Back to top

Ο Πλούταρχος

Ο Πλούταρχος

Ο Πλούταρχος (46-127), γεννήθηκε στη Χαιρώνεια της Βοιωτίας. Διδάχθηκε φιλοσοφία στην Αθήνα, και από πολύ νεαρή ηλικία αναμίχθηκε στο δημόσιο πολιτικό βίο, μέσα στα πλαίσια της ρωμαϊκής κατοχής. Ταξίδευσε πολύ σε όλες τις τότε πολιτισμένες χώρες (Ρώμη, Αίγυπτο, Μικρά Ασία) συγκεντρώνοντας υλικό για το συγγραφικό του έργο που μπορεί να χαρακτηρισθή σαν ένας απολογισμός προσώπων, πολιτικών και φιλοσοφικών αντιλήψεων σε μία μεταβατική περίοδο της ιστορίας του ανθρώπου και του πνευματικού του πολιτισμού (το αρχαιοελληνικό πνεύμα αντικαθίσταται από το χριστιανικό πνεύμα). Στη Ρώμη, οπού ταξίδευσε πολλές φορές, τιμήθηκε με αξιώματα από τον αυτοκράτορα Τραϊανό. Η γενέτειρα του τον τίμησε με τον τίτλο του άρχοντα. Οι Αθηναίοι του απένειμαν τον τίτλο του Αθηναίου πολίτη. Επίσης τον τίμησαν και οι Δελφοί.

 

Ο Πλούταρχος έγραψε πολλά και ποικίλα συγγράμματα, που μαρτυρούν την πνευματική του γονιμότητα και την εγκυκλοπαιδική του ευρυμάθεια. Κριτικό πνεύμα, γλαφυρό γράψιμο, οξύτατη παρατήρηση, προσωπικό υφος και κάποια παιχνιδιάρικη σκωπτική διάθεση, κάνουν τα βιβλία του να διαβάζονται ως ευχάριστα αναγνώσματα και σήμερα ακόμα. '

 

Ο γιος του Λαμπρίας έχει συντάξει έναν κατάλογο των έργων του και σύμφωνα μ’ αυτόν τα συγγράμματα του Πλουτάρχου ανέρχονται σε 210. Από αυτά διασώθηκαν 133 ολοκληρωμένα. Άλλα και από πολλά άλλα έχουν διασωθεί αποσπάσματα. Ολόκληρο το συγγραφικό έργο του χωρίζεται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: στα ιστορικά και ηθικοφιλοσοφικά συγγράμματα. Το πιο σημαντικό από τα ιστορικά του Πλουτάρχου έργα είναι οι «Παράλληλοι βίοι».

 Σε αυτό κάνει συγκρίσεις και παραλληλισμούς παίρνοντας έναν διακεκριμένο αρχαίο Έλληνα και Έναν Ρωμαίο επίσης διακεκριμένο και βρίσκοντας αναλογίες στο βίο, στο χαρακτήρα και στη δημόσια δράση τους. Οι επιφανείς αυτοί άντρες (23 ζευγάρια) που εξετάζει είναι οι παρακάτω:

Θησεύς - Ρωμύλος,

Λυκούργος - Νουμάς,

Σόλων - Ποπλικόλας,

Θεμιστοκλής - Κάμιλλος,

Περικλής - Φάβιος Μάξιμος,

Αλκιβιάδης - Κοριολανός,

Τιμολέων - Παύλος Αιμίλιος,

Πελοπίδας - Μαρκέλλος,

Αριστείδης - Κάτων ο πρεσβύτερος.

Φιλοποίμην - Κόιντος Φλαμίνιος,

Πύρρος -Μάριος,

Λύσανδρος - Σύλλας,

Κίμων - Λούκουλλος,

Νικίας - Κράσσος,

Ευμένης - Σερτώβιος,

Αγησίλαος - Πομπήιος,

Αλέξανδρος - Καίσαρ,

Φωκίων - Κάτων ο νεώτερος,

Άγις - Τιβέριος,

Κλεομένης - Γάιος Γράκχος,

Δημοσθένης - Κικέρων,

Δημήτριος ο Πολιορκητής - Αντώνιος,

Δίων - Βρούτος.

Έγραψε επίσης βιογραφίες μεμονωμένων προσώπων: του Αράτου, του Αρταξέρξη και των αυτοκρατόρων Γάλβα και Όθωνα. Άλλες 14 βιογραφίες επιφανών ανδρών έχουν χαθή. Ανάμεσα σ’ αυτές ήταν και οι βιογραφίες του Επαμεινώνδα, του Λεωνίδα, του Αριστομένη (του Μεσσήνιου) και των δύο Σκιπιώνων. Αλλά και από τα 23 ζευγάρια που φέρθηκαν παραπάνω διασώζονται μόνο τα 19. Οι συγκρίσεις για τα ζεύγη: Θεμιστοκλής - Κάμιλλος, Φωκίων - Κάτων, Πύρρος - Μάριος και Αλέξανδρος - Καίσαρ, έχουν χαθή. Πρέπει ακόμα να σημειώσουμε ότι οι Βίοι του Πλουτάρχου δεν αποτελούν ιστορικές συγγραφές (όπως του Νέπωτα) αλλά ηθικοφιλοσοφικές πραγματείες, όπου προσπαθεί ο βιογράφος να απεικονίση το ήθος των επιφανών ανδρών, που τον βίο τους περιγράφει. Τα στοιχεία για τις βιογραφίες του τα συγκέντρωσε από 250 προηγούμενα έργα, ανάμεσα στα οποία τα 60 ήσαν ιστορικά.

Σ’ αυτή την κατηγορία των έργων του κατατάσσονται και τα εξής:

«Αποφθέγματα βασιλέων και στρατηγών», «Αποφθέγματα Λακωνικά», «Αποφθέγματα Λακαινών», «Τα παλαιά των Λακεδαιμονίων επιτηδεύματα», «Γυναικών αρεταί» και «Κεφαλαίων καταγραφή», που διαιρείται σε «Ρωμαϊκά αίτια» και «Ελληνικά αίτια». Του αποδίδονται επίσης οι πραγματείες του Πλουτάρχου οι πραγματείες: «Οι βίοι των 10 ρητόρων», «Περί του βίου και της ποιήσεως του Όμηρου» και «Περί της Ηροδότου κακοηθείας».

 

Ηθικοφιλοσοφικά: Σε αυτή την κατηγορία των έργων του Πλουτάρχου, κατατάσσονται 83 πραγματείες με θέματα θρησκευτικά, πολιτικά, ηθικά, φυσικά και γραμματολογικά. Από αυτές άλλες ακολουθούν το πλατωνικό σύστημα (του διαλόγου) και άλλες έχουν καθαρά διδακτικό ύφος. Περίφημες είναι οι διδακτικές διατριβές του: «Περί παίδων αγωγής», «Πως δεί τον νέον των ποιημάτων ακούειν» και «Πως του ακούειν». Ακολουθούν επίσης: «Πως αν τις διακρίνειε τον κόλακα του φίλου», «Πως αν τις αίσθοιτο εαυτού προσκόπτοντας εν αρετή», «Πως αν τις απ’ εχθρών ωφελείτο».

 

Από τα ηθικά βιβλία ξεχωρίζουν οι πραγματείες: «Ότι διδακτόν η αρετή» και «Περί της ηθικής αρετής». Ακολουθούν οι διατριβές: «Περί αρετής και κακίας», «Περί ευθυμίας», «Περί αοργησίας», «Περί αδολεσχίας», «Περί πολυπραγμοσύνης», «Περί φιλοπλουτίας», «Περί δυσωπίας», «Περί του εαυτού επαινείν ανεπιφθόνως», «Περί πολυφιλίας», «Ει αυτάρκης η κακία προς κακοδαιμονίαν», «Πότερον, τα της ψυχής ή τα του σώματος πάθη χείρονα;» Σ’ αυτές τις ηθικοπλαστικές του διατριβές ο Πλούταρχος παίρνει τη θέση γιατρού που εξετάζει τις ασθένειες της ψυχής και επαναφέρει τη γαλήνη στους πάσχοντες.

 

Έργα του με θρησκευτικά θέματα είναι: «Περί του ΕΙ του εν Δελφοίς», «Περί του μη χράν έμμετρα νυν την Πυθίαν», «Περί των εκλελειπότων χρηστηρίων», «Περί των υπό του θείου βραδέως τιμωρουμένων». Στο θρησκευτικό του έργο «Περί δεισιδαιμονίας» επικρίνει την αθεΐα των Επικουρείων. Στο «Περί Ίσιδος και Οσίριδος» ανακατεύονται ελληνικά και αιγυπτιακά θεοσοφήματα.

 

Στα φιλοσοφικά του έργα ανήκουν τα «Πλατωνικά ζητήματα» και «Περί της εν Τιμαίω ψυχολογίας».

 

Άλλα έργα του:Υπάρχουν όμως και έργα που ξεφεύγουν Από τις δύο βασικές κατηγορίες των συγγραμμάτων του (Βίοι και Ηθικά). Αυτά είναι: 1) «Παραμυθητικός προς την ιδίαν γυναίκα», «Περί φυγής» και «Παραμυθητικός προς Απολλώνιον»,συμβουλευτικές πραγματείες. 2) Το αστρονομικό σύγγραμα «Περί του εμφαινομένου προσώπου τω κύκλω της σελήνης» μέσα στο οποίο αναπτύσσεται η διδασκαλία του Αρισταρχου του Σαμίου, που θεωρείται ως ο μεγαλοφυής πρόδρομος του Κοπέρνικου. 3) Τα συγγράμματα για τα ζώα:

«Πότερα των ζώων φρονιμώτερα, τα χερσαία ή τα ένυδρα;» «Περί του τα άλογα χρήσθαι» και «Περί σαρκοφαγίας». 4) Οι πολιτικές του υποθήκες που είναι γνωστές με τον τίτλο: «Πολιτικά παραγγέλματα». 5) Τα ποικίλου περιεχομένου ηθικοπλαστικά συγγράμματά του: «Περί φιλαδελφείας», «Περί της εις τα έκγονα φιλοστοργίας», «Περί πολυφιλίας» «Ερωτικός» κ.ά., στα όποια εκθειάζει τον συζυγικό έρωτα. 6) Τα κριτικά του δοκίμια: «Σύγκρισις Αριστοφάνους και Μενάνδρου», «Περί μουσικής» και «Περί μέτρων». 7) Τα έργα όπου, περισσότερο από όλα τα άλλα, φανερώνονται το γλαφυρό ύφος και η ευρυμάθεια του Πλουτάρχου είναι τα «Συμποσιακά προβλήματα», το «Επτά σοφών συμπόσιον» (έργο διαλογικό) όπου αναγράφονται γνώμες και αποφθέγματα των επτά σοφών της αρχαίας Ελλάδας.

 

 Η προσφορά του Πλουτάρχου

 

Ο Πλούταρχος έζησε στην εποχή της ελληνικής παρακμής, όταν η Ελλάς είχε υποταχθεί στους Ρωμαίους και το πανίσχυρο Ρωμαϊκό κράτος του 1ου και 2ου αιώνα μ.Χ. εκτεινόταν σε ολόκληρο τον τότε γνωστό κόσμο. Στην Αθήνα έξακολουθούσαν ακόμα να λειτουργούν οι φιλοσοφικές σχολες και στην Αλεξάνδρεια είχε δημιουργηθή μία καινούργια εστία του ελληνικού πνεύματος. Ωστόσο οι μεγάλες μάζες του ελληνικού λαού είχαν αρχίσει να κάμπτωνται κάτω από τη ρωμαϊκή κατάκτηση. Είχαν υποστή μία κάμψη ηθική και πνευματική.

 

Η ελληνική παιδεία ― που σε λίγο θα ακτινοβολούσε στη Ρώμη ― είχε διατηρηθή μόνο σε ελάχιστα κέντρα του ελλαδικού κόσμου. Οι χαρακτήρες είχαν ξεπέσει. Πολλοί Έλληνες ― ακόμα και φιλοσοφούντες ― από την ανάγκη της ζωής μεταβλήθηκαν σε αηδείς κόλακες των ισχυρών Ρωμαίων. Και το πράγμα θα είχε παραγίνη στους χρόνους του Λουκιανού (2ος αιώνας μ.Χ.), ώστε ο χαριτωμένος και σκωπτικώτατος σοφιστής και ιστορικός να γράφη ότι πολλοί έλληνες φιλόσοφοι, που αναγκάσθηκαν από τη φτωχεια να γίνουν δάσκαλοι σε παιδιά πλούσιων Ρωμαίων ακολουθούσαν τις κυράδες τους που τους υπέβαλλαν στις μεγαλύτερες ταπεινώσεις.

Πρώτος ο Κικέρων έδωσε στους Έλληνες της εποχής του το όνομα των Γραικύλων. Και την απαράδεκτη υποτιμητική αυτή παραποίηση του ελληνικού ονόματος τη χρησιμοποίησαν κατόπιν και άλλοι Λατίνοι.

 

Ακριβώς, την εποχή εκείνη της παρακμής έγραψε και δίδαξε ο σοφός Πλούταρχος. Έγραψε Ιστορία ― τους βίους των μεγάλων ανδρών της αρχαίας Ελλάδας και της Ρώμης ―για να θυμίση στους συμπατριώτες του παλαιότερα κλέη και να αξυψώση το εθνικό τους φρόνημα. Φρόντισε ακόμα να παραλληλίζη και να συγκρίνη τους βιογραφούμενους Έλληνες με κάποιον από τους ένδοξους Ρωμαίους. Η σύγκριση κι ο παραλληλισμός κατέληγε σε όφελος των Ελλήνων.

 

Από τις βιογραφίες του Πλούταρχου, τους «Παραλλήλους Βίους», σώθηκαν ως σήμερα και αποτελούν μία από τις πλουσιώτερες πηγές της αρχαίας ελληνικής και της ρωμαϊκής ιστορίας, παραλληλίζονται και συγκρίνονται ο Θησεύς με το Ρωμύλο, ο Λυκούργος με το Νουμά, & Σόλων με το Ρωμύλο, ο Σόλων με τον Ποπλικόλα, ο Θεμιστοκλής με τον Κάμιλλο, ο Περικλής με τον Φάβιο Μάξιμο, ο Αλκιβιάδης με τον Γάιο Μέρκιο, ο Αριστείδης με τον Κάτωνα και πολλοί άλλοι. Χάρη στον Πλούταρχο έχουμε τις βιογραφίες των περισσοτέρων από τους μεγάλους Έλληνες και Ρωμαίους που πέρασαν στην ιστορία. Και όχι μόνο τις βιογραφίες, αλλά και γενικώτερα την εικόνα της εποχής των βιογραφουμένων.

 

Εκτός όμως από τους «Παραλλήλους Βίους» ο Πλούταρχος έγραψε πολλές πραγματείες φιλοσοφικού και ηθικού περιεχομένου. Οι σωζόμενες ανέρχονται σε 85 και φέρουν το γενικό όνομα «Ηθικά». Καταπιάνονται με ποικίλα θέματα: ιστορικά, κοινωνιολογικά, επιστημονικά, αρχαιολογικά, φυικής και άλλα. Μερικές από τις πραγματείες είναι γραμμένες με εκλαϊκευμένο τρόπο, ώστε να γίνουν αντιληπτές και προσιτές στο πολύ κοινό.

 

Ο όγκος αυτός της εργασίας του Πλουτάρχου και η ποικίλη ύλη, με την οποία ασχολείται μας δείχνουν την ευρύτατη μόρφωση που είχε ο ιστορικός αυτός και φιλόσοφος. Στους «Παράλληλους Βίους» ανατρέχει σε ελληνικά βιβλία, όχι μόνο τα γνωστά η τα σωζόμενα ως σήμερα (Πλάτων, Θουκυδίδης, Ξενοφών κ.λπ.), αλλά και σε εντελώς άγνωστα, που τα ονόματα των συγγραφέων και των συγγραμμάτων τους τα γνωρίζομε μόνο από τον Ππκούταρχο. Και πρέπει να είχε ο ίδιος πλουσιώτατη βιβλιοθήκη, για να σταχυολόγηση τόσες ιστορικές πληροφορίες που μας δίνει. Είναι μάλιστα αξιοθαύμαστος γι' αυτό, γιατί στην αρχαιότητα, τα βιβλία ― γραμμένα σε παπύρους και περγαμηνές ― δεν ήταν μόνο σπάνια και δυσεύρετα, αλλά και πανάκριβα. Μόνο οι πολύ πλούσιοι είχαν το προνόμιο να έχουν βιβλιοθήκες στον αρχαίο κόσμο. Ο Πλούταρχος ήταν από τους πλούσιους της εποχής του.

Η οικογένεια του ήταν εγκατεστημένη στη Χαιρώνεια της Βοιωτίας. Ανήκε στα αρχοντικά γένη του τόπου που συνδύαζαν καταγωγή και πλούτο. Ο πατέρας του καταγινόταν επίσης με τα γράμματα και τη φιλοσοφία. Ο Πλούταρχος γεννήθηκε γύρω στο 46 μ.Χ. και πέθανε το 126 περίπου. Το όνομα της Χαιρωνείας, γράφει ο σοφός Κοραής, προκαλεί διπλό αίσθημα στους ασχολούμενους με την ιστορία. Αίσθημα λύπης, γιατί εκεί νίκησε ο Φίλιππος τους Αθηναίους και τους συμμάχους, και αίσθημα χαράς γιατί η Χαιρώνεια «εγέννησε τοιούτον θαυμαστόν άνδρα, τον Πλούταρχον, όστις παρηγόρησε και τρόπον τινά μετεκόμισε δια ολίγον καιρόν εις την αρχαίαν αυτής δόξαν την υποδουλωθείσαν Ελλάδα».

Στη γενέτειρα πόλη ο Πλούταρχος πήρε τα πρώτα μαθήματα του και κατόπιν πήγε στην Αθήνα για ανώτερες σπουδές.

 

Η πόλη της Παλλάδος εξακολουθούσε ακόμα να είναι το «παιδευτήριον της όλης Ελλάδος». Στην Αθήνα παρακολούθησε μαθήματα ρητορικής και φιλοσοφίας και είχε δάσκαλο τον ονομαστό φιλόσοφο Αμμώνιο. Δεν έμεινε όμως στην Αθήνα για πολύ καιρό. Ξαναγύρισε στην πατρίδα του τη Χαιρώνεια, όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα και έζησε ως το τέλος της ζωής του, μελετώντας και ερευνώντας. Τη σοφία του δεν την απέκτησε μόνο στις φιλοσοφικές σχολές αλλά κυρίως με την προσωπική του εργασία και σπουδή. Και για να συμπληρώση τις γνώσεις του ταξίδευε σε διάφορους τόπους. Περιηγήθηκε την Ελλάδα, πήγε στην Αίγυπτο και στην Ιταλία. Οι σοφοί της Αλεξανδρείας δεν τον ικανοποίησαν. Τους βρήκε μονόπλευρους σε μόρφωση και επιδόσεις και σχολαστικούς. Ο ίδιος ήταν οπαδός της πολυμάθειας και της ευρύτατης εγκυκλοπαιδικής μο ρφώσεως.

 

Στη Ρώμη, όπου φαίνεται πως έμεινε ο Πλούταρχος αρκετό καιρό, σχετίσθηκε με την αυλή του αυτοκράτορα Τραϊανού και έγινε δάσκαλος του μεγάλου φιλαθηναίου αυτοκράτορα Αδριανού.

 

Ύστερα όμως από κάθε ταξίδι ξαναγύρισε στο αγαπημένο του χωριό. Ένας από τους βιογράφους του γράφει ότι «εις την αγάπην και την τιμήν των Χαιρωνέων ο Πλούταρχος εύρισκεν εξαιρετικήν γοητείαν». Γι' αυτό δεν αρνήθηκε ποτέ να προσφέρη τις υπηρεσίες του στους συμπατριώτες του που τον εκλέξανε σε διάφορα δημόσια αξιώματα και σ' αυτό ακόμα του «επωνύμου άρχοντος», που ήταν το ανώτατο. Λένε ακόμα πως χρημάτισε «Βοιωτάρχης», δηλαδή από τους αρχηγούς της Βοιωτικής ομοσπονδίας και ότι ο αυτοκράτορας Τραϊανός του είχε απονείμει το αξίωμα του «υπάτου».

 

Όλα αυτά τα αξιώματα ο Πλούταρχος, τα διαχειρίσθηκε με μεγάλη μετριοφροσύνη και τιμιότητα. Μοναδικός του σκοπός ήταν το καλό των ανθρώπων και της πατρίδας του. Γι' αυτούς εργάσθηκε και γι' αυτούς έγραψε. Και με το ογκώδες συγγραφικό του έργο πέρασε στην ιστορία.

 

Τα βιβλία του Πλουτάρχου μπορεί να μην έχουν ούτε το φιλοσοφικό βάθος του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη ούτε την ιστορική και λογοτεχνική αξία των συγγραφών του Ηροδότου, του Θουκυδίδη ή του Ξενοφώντα. Χωρίς τον Πλούταρχο, όμως, θα μας ήταν άγνωστα πολλά πράγματα από τη ζωή και την ιστορία των αρχαίων. Η ιδιοτυπία του είναι πως παρουσιάζει τις προσωπικότητες που βιογράφησε με ανέκδοτα, με λεπτομέρειες της ζωής τους, με τις χαρακτηριστικές φράσεις που είπαν πολλοί από αυτούς, με έναν τρόπο που ζωντανεύει την ιστορία τους.

  Είναι ο πρώτος που καθιέρωσε το τόσο διαδομένο σήμερα είδος της «ρομαντικής βιογραφίας». Ενδιαφέρθηκε κυρίως να μας δώση ανάγλυφο το χαρακτήρα και την προσωπικότητα των ιστορουμένων προσώπων, αδιαφορώντας μερικές φορές για την ιστορική ακρίβεια.

 

Ο ίδιος άλλωστε ο Πλούταρχος λέγει ότι «δεν γράφει ιστορία αλλά βίους», για να χρησιμεύσουν ως παράδειγμα στις μελλοντικές γενιές. Και πέτυχε τον σκοπό του με αξιοθαύμαστο τρόπο. Μπόρεσε με τις χαριτωμένες αφηγήσεις του, να κρατάη συνεχές το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Γι' αυτό είναι και σήμερα ο πιο αγαπητός και ο πιο ευχάριστος από τους αρχαίους συγγραφείς. «Ο άνθρωπος όλων των εποχών και όλου του κόσμου, ο δάσκαλος της ανθρωπότητας», όπως τον χαρακτήρισε ένας από τους βιογράφους του.

 

Η επίδραση του Πλουτάρχου στο νεώτερο κόσμο, ιδίως μετά την Αναγέννηση, ήταν μεγάλη. Τα έργα του έχουν μεταφρασθή στις κυριώτερες γλώσσες και έχουν τυπωθή σε μεγάλο αριθμό εκδόσεων αρχίζοντας από το 1517 που βγήκε η πρώτη τυπωμένη έκδοση στη Φλωρεντία. Ο Σαίξπηρ, ο Μοντεσκιέ, ο Ρουσσώ και άλλοι μεγάλοι του πνεύματος έχουν επηρεσσθή από τον Πλούταρχο. Τον σεβάσθηκε και τον παραδέχθηκε κι αυτός ο Χριστιανισμός, ακόμα και στην εποχή των πρώτων φανατικών του εκδηλώσεων εναντίον της ειδωλολατρικής αρχαιότητας. Ένας μάλιστα επίσκοπος ζητούσε από τον Χριστό «να απαλλάξη από τα μαρτύρια της κολάσεως τον Πλούταρχο και τον Πλάτωνα, οι οποίοι δια των έργων και της διαγωγής των πλησιάζουν περισσότερον προς την χριστιανικήν ηθικήν».

 

Άλλοι Ιστορικοί

 

Ο Αντίοχος ο Συρακούσιος έγραψε την «Σικελιώτιδα» σε Ιωνική διάλεκτο. Το έργο αυτό άρχιζε από την εποχή του βασιλιά Κωκάλου και κατέληγε στο 424, δηλ. στο έτος που έγινε η ειρήνη της Γέλας. Η «Σικελιώτιδα» από την οποία πήρε στοιχεία και ο Θουκυδίδης για την ιστορία της εκστρατείας των Αθηνών στη Σικελία επισκιάσθηκε αργότερα από τα ονομαστότερα έργα του Φιλίστου και του Τιμαίου και εξαφανίσθηκε εντελώς κατά την εποχή του Στράβωνα. Πιο πολύ χρόνο διατηρήθηκε το έργο του «Ιταλίας οικισμός», αποσπάσματα του οποίου διέσωσαν ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, ο Στράβων και ο Στέφανος Βυζάντιος.

 

Ο Κτησίας ο Κνίδιος (5-4 αι. π.Χ.) συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Πέρσες κατά το 415 και έμεινε 17 χρόνια στην Περσία. Είχε την εκτίμηση των βασιλέων της χώρας αυτής για τον λόγο ότι ήταν ταυτόχρονα και γιατρός. Στη μάχη κοντά στα Κούναξα ήταν με το μέρος του Αρταξέρξη κι αυτός θεράπευσε τον βασιλιά, όταν τραυματίσθηκε από τον Κύρο. Αργότερα στάλθηκε πολλές φορές από τον βασιλιά ως πρεσβευτής προς τον Ευαγόρα και τον Κόνωνα. Το 398, αφού στάλθηκε και πάλι στην πατρίδα του, δεν γύρισε πια στην Περσία. Έπειτα από την εμπειρία του σχετικά με τα ζητήματα της Ασίας και τη μελέτη των «Βασιλικών Διφθέρων» του Διοδώρου έγραψε σε ιωνική διάλεκτο το έργο «Περσικά» σε 23 βιβλία, επιτομή του οποίου διέσωσε ο Φώτιος. Τα πρώτα έξη βιβλία αναφέρονταν στην ιστορία των Ασσυρίων και των Μήδων, ενώ τα άλλα στην περσική ιστορία ως το 398. Άλλο έργο του, τα «Ινδικά», σε ένα βιβλίο έδινε τις πρώτες πληροφορίες σχετικά με την Ινδία και κυρίως για τα ζώα και τα φυτά της. Και του έργου αυτού διέσωσε επιτομή ο Φώτιος. Εξ άλλου αναφέρεται και ένα γεωγραφικό έργο του Κτησία, με το τίτλο «Περίπλους ή Περίοδος».

 

Ο Αινείας ο τακτικός ήταν σύγχρονος του Ξενοφώντα και καταγινόταν, όπως και αυτός, με τα θέματα, που αναφέρονταν στον πόλεμο. Το σωζόμενο έργο του «Τακτικόν υπόμνημα περί του πως χρή πολιορκουμένους αντέχειν» αποτελεί κεφάλαιο μεγαλύτερου έργου, το οποίο ο Πολύβιος μνημονεύει και είχε τον τίτλο «Των περί των στρατηγικών υπομνημάτων». Αργότερα ο Κινέας, ο στρατηγός του βασιλιά Πύρρου, φιλοτέχνησε επιτομή του έργου, την οποία μνημονεύει ο Αρριανός στην «Τακτική Τέχνη».

 

Ο Φίλιστος ο Συρακούσιος (435 - 356 π.Χ.) άρχισε να γράφει το έργο του «Σικελικά» στον τόπο που κατέφυγε, όταν διώχθηκε (386) από τη Σικελία από τον Διονύσιο εξ αιτίας των ταραχών που σημειώθηκαν εκεί. Στο πρώτο μέρος πραγματευόταν σε 7 βιβλία την ιστορία των παλιοτέρων χρόνων της Σικελίας ως την άνοδο στην εξουσία του Διονύσου του πρώτου, δηλ. ως το 406. Στο δεύτερο μέρος αρχικά εξιστορούσε σε 4 βιβλία τα ζητήματα σχετικά με τον Διονύσιο τον πρεσβύτερο και κατόπιν συμπληρώνοντας το έργο του πραγματεύθηκε σε 2 βιβλία και την ιστορία του Διονύσου του νεωτέρου από το 367 ως το 363. Ο Κικέρων τον αποκαλεί μικρό Θουκυδίδη.

 

Οι μεγάλοι ιστορικοί των παλαιοτέρων χρόνων, επειδή άσκησαν πολιτικά και στρατιωτικά καθήκοντα, απέκτησαν άριστα εφόδια και έγιναν αρμοδιότατοι στη συγγραφή ιστοριών. Στο τέλος όμως της περιόδου που πραγματευόμαστε αρχισε να θεωρείται ως κατάλληλη προγύμναση περισσότερο η μελέτη της ρητορικής τέχνης παρά η απασχόληση με τα δημόσια πράγματα. Για τον λόγο αυτό με την ιστοριογραφία καταγίνονταν πια οι ρήτορες αντί των πολιτικών, πράγμα που οδήγησε στην εκτροπή της ελληνικής ιστοριογραφίας από τον σωστό δρόμο, γιατί η ρητορική δεν επιδίωκε την αλήθεια, αλλά την απατηλή δόξα. Έτσι εισχώρησε και στην ιστοριογραφία η τάση για κομψές φράσεις και ευφυείς εκφράσεις, παραμελήθηκε η επιμελημένη έρευνα των πραγμάτων και εγκαταλείφθηκε η ειλικρινής γι' αυτά κρίση. Οι καλύτεροι από τους ρητορικούς αυτούς ιστοριογράφους ήσαν ο Έφορος και ο Θεόπομπος.

 

Ο Έφορος από την Αιολίδα Κύμης, όχι μόνο έγινε μαθητής του Ισοκράτη, αλλά και από τον δάσκαλό του πήρε την υπόθεση της δικής του Ιστορίας. Το ιστορικό έργο του, που διαιρείται σε 30 βιβλία, ήταν η πρώτη ελληνική καθολική ιστορία, η πρώτη «ιστορία κοινών πράξεων». Αρχιζε από το πρώτο σίγουρο ιστορικό γεγονός (την κάθοδο των Ηρακλείδων) και τελείωνε στην πολιορκία της Περίνθου το 340, γιατί φαίνεται ότι ο Έφορος πέθανε στο μεταξύ.

 

Ο γιος του Δημόφιλος φρόντισε για την έκδοση ολόκληρου του έργου του πατέρα του, αφού έγραψε και περιέλαβε σ' αυτό και τον λεγόμενο Ιερό Πόλεμο και έτσι συμπλήρωσε το τελευταίο βιβλίο. Το έργο αυτό είχε γραφή κατά τέτοιον τρόπο, που το κάθε βιβλίο να έχη δικό του προοίμιο και μια ολοκληρωμένη υπόθεση. Στα ιστορικά γεγονότα πρόσεχε να συνδυάζη τη γεωγραφία με τις κτίσεις των πόλεων και μάλιστα το 4ο βιβλίο είχε τον τίτλο «Ευρώπη». Από αυτό δανείσθηκε ο συγγραφέας του «Περίπλου της Ευρώπης» την περιγραφή της Ελλάδας.

 

Ο Έφορος έπαιρνε την ύλη για το έργο του από τους παλαιότερους ιστορικούς, ενώ από τον Ηρόδοτο παρέλαβε σχεδόν κατά λέξη ολόκληρα μέρη. Στη χρησιμοποίηση των πηγων έδειξε και κρίση και φιλαλήθεια, αποκήρυξε τους γενεαλογικούς μύθους του Ελλανίκου και απέκλεισε από την ιστορία τους μυθικούς χρόνους. Ωστόσο δεν παρέμεινε συνεπής σ' αυτά, γιατί όπως μας πληροφορεί ο Στράβων, αναφέρει τον μύθο για τον αγώνα του δελφικού Απόλλωνα προς τον δράκοντα ως ιστορικό γεγονός.

 

Παράλληλα δεν είχε στρατηγικές γνώσεις και γι' αυτό δεν μπορούσε να παρουσιάση σωστά τα πολεμικά θέματα. Έτσι, όπως λέγει ο Πολύβιος, εξιστορώντας ο Έφορος τις μάχες τών Λεύκτρων και της Μαντινείας φαίνεται εντελώς άπειρος. Ωστόσο ο Διόδωρος χρησιμοποίησε το έργο του ως πρότυπο και το «κατάκλεψε», ενώ άλλοι ιστορικοί φιλοτέχνησαν επιτομές από αυτό.

 

Ο Θεόπομπος ο Δαμασιστράτου από τη Χίο γεννήθηκε το 380 π.Χ. έφυγε από την πατρίδα του και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Μετά το 45ο έτος της ηλικίας του γύρισε στη Χίο με τη βοήθεια του Αλεξάνδρου. Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου εξορίσθηκε πάλι και αφού πήγε σε πολλές χώρες εγκαταστάθηκε στην Αίγυπτο, στον βασιλιά Πτολεμαίο. Πέθανε ίσως στο εξωτερικό. Τα δυο μεγάλα του έργα ήσαν τα «Ελληνικά» σε 12 βιβλία, που περιλάμβαναν την ιστορία από το 410 ως το 394, δηλ. ως τη μάχη κοντά στην Κνίδο και τα «Φιλιππικά» σε 58 βιβλία, που είχαν ως βάση την εξουσία του βασιλιά Φιλίππου της Μακεδονίας και σε πολλές και εκτεταμένες παρεμβάσεις περιλάμβαναν ολόκληρη την ιστορία της εποχής εκείνης.

 

Έτσι κατέταξε στο έργο τρία βιβλία (39 - 41), που περιείχαν τις Σικελικές πράξεις, την ιστορία των Αθηναίων δημαγωγών (στο Χ βιβλίο), τα «Θαυμάσια» (στο ΧIII βιβλίο) και την «Ιστορία των αρπαγέντων θησαυρών των Δελφών (στο XXX βιβλίο). Αργότερα όμως ο βασιλιάς Φίλιππος ο Γ' συνέταξε επιτομή των Φιλιππικών από 16 βιβλία παραλείποντας όλα τα άλλα, που δεν ανήκαν στην κυρίως ιστορία του Φιλίππου. Παράλληλα ο Θεόπομπος (ή άλλος που χρησιμοποίησε το όνομά του) έγραψε επιτομή των ιστορικών του Ηροδότου σε δύο βιβλία. Τα τρία αυτά έργα, όπως φαίνεται, συνενώθηκαν αργότερα και αποτέλεσαν ένα ενιαίο έργο σε 72 βιβλία.

 

Ο ρήτορας Αναξιμένης από κακία απέδωσε στο Θεόπομπο και το έργο «Τρικάρανος», στο οποίο αποδεικνυόταν ότι αιτία όλων των κακών της Ελλάδας ήσαν οι τρεις πόλεις Αθήναι, Σπάρτη και Θήβαι. Από τα έργα του Θεόπομπου σώζονται μόνο αποσπάσματα και επιτομές.Οι κρίσεις των αρχαίων για το έργο του διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό. Έτσι ο Διονύσιος στην επιστολή του προς τον Γάιο Πομπήιο εγκωμιάζει «το υψηλόν και μεγαλοπρεπές της λέξεως και την δημοσθένειον σχεδόν δεινότητα», ενώ ο Πολύβιος λέγει το «φιλολοίδορον αυτού εν τη περιγραφή του βασιλέως Φιλίππου και των εταίρων αυτού και την έλλειψιν στρατηγικών γνώσεων εν τη διηγήσει των μαχών». Παρ’ όλα αυτά ο Θεόπομπος ήταν ένας από τους σημαντικώτερους ιστορικούς της Ελλάδας. Αυτό αποδεικνύεται από το ότι οι μεταγενέστεροι διάβαζαν με προσοχή το έργο του και αντλούσαν από αυτό στοιχεία.