Back to top

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος

Η Ελλάδα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και η απελευθέρωση της από τις κατοχικές δυνάμεις του Άξονα.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1: Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος του 1940-1941. Το Αλβανικό Μέτωπο.

 

Η πορεία προς τον πόλεμο.

 

Η κατάσταση που βρισκόταν η περιοχή των Βαλκανίων την δεκαετία του 1930, ήταν περίπλοκη και όλα φαίνεται ότι κρέμονταν σε μια κλωστή. Η Βουλγαρία επεδίωκε νέους όρους για την ίδια, όντας μη ικανοποιημένη από τις συνθήκες ειρήνης που είχε υπογράψει στο τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και επιζητούσε την ρεβάνς απέναντι στην Ελλάδα, η Γιουγκοσλαβία απαιτούσε πολλές παραχωρήσεις από το ελληνικό κράτος, για να προβεί σε συμφωνίες με αυτό, η Αλβανία βρισκόταν υπό τον έλεγχο της Ιταλίας, και η Τουρκία μετά τον θάνατο του Μουσταφά Κεμάλ, το 1938, ήθελε να εξασφαλίσει ουδετερότητα, και επεδίωκε σε κάθε ευκαιρία που θα βρει, την κατάληψη ελληνικών εδαφών.

Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα, ήταν η φασιστική Ιταλία, η οποία είχε έντονη παρεμβατική  επιθετική πολιτική, σχεδόν ιμπεριαλιστική. Έτσι, η Ελλάδα δεν αισθανόταν απόλυτα ασφαλής απέναντί της. Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Ιωάννης Μεταξάς, αν και  ήταν φιλογερμανός όπως είχε δείξει και στο παρελθόν στον Εθνικό Διχασμό, και το καθεστώς του συμβάδιζε ιδεολογικά με το φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας του Μπενίτο Μουσολίνι, και το Ναζιστικό της Γερμανίας του Αδόλφου Χίτλερ, παρ’ όλα αυτά προσέγγισε την Μεγάλη Βρετανία, καθώς ήταν και η απόλυτη κυρίαρχος στην θάλασσα με ισχυρή ναυτική παρουσία, και λόγω τον δεσμών που είχε η Ελλάδα με το συγκεκριμένο κράτος από τις απαρχές κιόλας της ίδρυσής του. Επιπλέον δεν ήθελε να ξαναδιχαστεί ο ελληνικός πληθυσμός όπως είχε γίνει και στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τον Οκτώβριο του 1938, λοιπόν, πραγματοποιήθηκε σύναψη ελληνοβρετανικής συμφωνίας, όμως η Βρετανία δεν ήταν σε θέση να παρέχει πολεμοφόδια στην Ελλάδα σε περίπτωση πολέμου. Αυτό όμως, δεν έστρεψε τον Μεταξά σε κάποια συμφωνία με την οικονομικά ισχυρή Γερμανία, κι έτσι η Ελλάδα ήταν η μόνη χώρα της νοτιανατολικής Ευρώπης που δεν καθυποτάχθηκε οικονομικά και πολιτικά στους χιτλερικούς, ύστερα από συνειδητή επιλογή της ελληνικής κυβερνήσεως.

Ο ιταλικός στρατός κατέλαβε την Αλβανία στις 7 Απριλίου του 1939, και την έκανε ουσιαστικά προτεκτοράτο της Ρώμης. Το γεγονός αυτό οδήγησε τη Αγγλία και την Γαλλία να προσεγγίσουν ως σύμμαχοι την Ελλάδα, αν και δεν ήταν σε θέση να την προστατέψουν και να την βοηθήσουν ουσιαστικά, εξάλλου ο Μουσολίνι, τους είχε διαβεβαιώσει απόρρητα, ότι δεν σκόπευε να προσβάλλει την εδαφική ακεραιότητα του ελληνικού κράτους. Η Μεγάλη Βρετανία όμως έκανε μια προσπάθεια, και έσπευσε να αποδεσμεύσει 2.000.000 στερλίνες ώστε να αγοράσει πολεμικό υλικό η Ελλάδα, κάτι που όμως δεν πέτυχε αφού τον Σεπτέμβριο του 1939 ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος.

Η Ελλάδα ενώ προσέγγιζε τους Βρετανούς και τους Γάλλους, κράταγε και ίσες αποστάσεις όσο μπορούσε ώστε να εξασφαλίσει την πολιτική της ουδετερότητα μεταξύ των Δυνάμεων του Άξονα από την μια, και των Συμμαχικών Δυνάμεων από την άλλη. Το 1940, ο Μουσολίνι αποφάσιζε τελικά να προβεί στην τελική φάση του σχεδιασμού της επίθεσης στην Ελλάδα, και εντός των ιταλικών συνόρων είχε ξεκινήσει προπαγάνδα κατά της Ελλάδος, και επίσης είχαν αρχίσει επιθετικές ενέργειες εις βάρος της τελευταίας, όπως η πτήση ιταλικών πολεμικών αεροσκαφών εντός του εναέριου ελληνικού χώρου, αλλά και επιθέσεις αεροσκαφών σε ελληνικά πλοία, με πιο ενδεικτικό τον τορπιλισμό και την βύθιση του ευδρόμου Έλλη στο λιμάνι της Τήνου τον Δεκαπενταύγουστο, από το ιταλικό υποβρύχιο Delfino, κοστίζοντας τον θάνατο σε 9 άντρες του πληρώματος, και τραυματίζοντας άλλους 24. Όμως η ελληνική κυβέρνηση, ανακοίνωσε ότι το καταδρομικό Έλλη είχε δεχθεί επίθεση από υποβρύχιο αγνώστου εθνικότητας, για να διασφαλιστεί όσο γινόταν η ουδετερότητα της χώρας στον πόλεμο, όμως οι Έλληνες πολίτες είχαν αρχίσει να υποψιάζονται τους πραγματικούς ένοχους.

Στις 28 Οκτωβρίου του 1940, στις 3 το πρωί, καταφθάνει στην Αθήνα ο πρεσβευτής της Ιταλίας, Εμανουέλε  Γκράτσι, και φέρνει τελεσίγραφο στον Ιωάννη Μεταξά, στην οικία του στην Κηφισιά, το οποίο έλεγε να επιτρέψει η Ελλάδα την διέλευση του ιταλικού στρατού εντός των συνόρων της, για να καταληφθούν από τα ιταλικά στρατεύματα κάποια στρατηγικά σημεία του ελληνικού κράτους. (πχ. λιμένες και αεροδρόμια της χώρας κ.α.) Ο έλληνας πρωθυπουργός αρνήθηκε τους όρους του τελεσιγράφου, και χωρίς κανέναν δισταγμό, αποδέχτηκε εκείνη την στιγμή τον πόλεμο ενάντια στην Ιταλία. Αυτό σηματοδοτούσε και την είσοδο της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο, με την πλευρά των Συμμάχων, εφόσον η φασιστική Ιταλία ήταν με τον Άξονα. Αν η Ελλάδα, αποδεχόταν τους όρους της Ιταλίας, το αποτέλεσμα θα ήταν να καταληφθούν και κάποια μέρη της βόρειας Ελλάδας από την Βουλγαρία, και φυσικά ένα μεγάλο μέρος της, θα ήταν υπό την ιταλική κατοχή. Αυτό θα έκανε αυτόματα την Μεγάλη Βρετανία να καταλάβει πολλά από τα νησιά της χώρας, κι έτσι η περιοχή θα διαμελιζόταν σε τρία τουλάχιστον κομμάτια υπό την εποπτεία και τον έλεγχο ξένων δυνάμεων.

 

Η επίθεση της Ιταλίας κατά της Ελλάδος, και η ήττα του ιταλικού στρατού..

 

Ο ιταλικός στρατός παρατάχθηκε υπό τον διοικητή Σεμπαστιάνο Βισκόντι Πράσκα, το πρωί της 28 Οκτωβρίου του 1940, εφόσον μετά την άρνηση του Ιωάννη Μεταξά στο τελεσίγραφο των Ιταλών, ο Μουσολίνι κήρυξε γενική επιστράτευση. Το 25ο Σώμα Στρατού με 42.000 Ιταλούς στρατιώτες, 2 μεραρχίες πεζικού («Φεράρα» και «Σιένα»), την τεθωρακισμένη μεραρχία των «Κενταύρων», και μια μεραρχία ιππικού, προσανατολίστηκαν προς την Ήπειρο, επί της γραμμής Μέρτζανη-Πρεμετή-Αργυρόκαστρο-Άγιοι Σαράντα-Κονίσπολις. Στον τομέα της Πίνδου, επί της γραμμής Ερσέκα-Λεσκοβίκι, τοποθετήθηκε η 3η Μεραρχία Αλπινιστών «Τζούλια», μαζί με 50 άρματα μάχης. Η ιταλική επίθεση περιλάμβανε και πολλά πυροβόλα, όπως και 400 περίπου αεροσκάφη δίωξης και βομβαρδισμού.

Ο ελληνικός στρατός υπό τον Αλέξανδρο Παπάγο, είχε παρατάξει την 8η Μεραρχία Πεζικού στον τομέα Καλαμάς-Ελαιά, την 9η Μεραρχία και την 4η Ταξιαρχία Πεζικού, επί της γραμμής Μικρή Πρέσπα-Μάλι Μάδι- Αλεβίτσα, και το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας στην ομώνυμη περιοχή. Δύο Τάγματα Πεζικού με μιάμιση ορεινή πυροβολαρχία και μια ίλη ιππικού τοποθετήθηκαν στον τομέα της Πίνδου. Τα ελληνικά στρατεύματα, λοιπόν, στο Μέτωπο της Αλβανίας διέθεταν περίπου 35.000 άντρες. Η επίθεση του ιταλικού στρατού ξεκίνησε σχεδόν ταυτόχρονα με την προσπάθεια εισβολής του στην Ήπειρο και στο ορεινό κομμάτι της Πίνδου, και τον βομβαρδισμό της Πάτρας, όπου επέφερε τον θάνατο 50 ανθρώπων και τραυμάτισε τουλάχιστον άλλους 100. Στις 5 Νοεμβρίου του 1940, ο ιταλικός στρατός έφτασε μέχρι την Ηγουμενίτσα και την κατέλαβε, και στην Κεντρική Ήπειρο κατέλαβε με 80.000 στρατιώτες Ιταλούς, την περιοχή γύρω από το όρος Σμόλικας, όπου ήταν η Κόνιτσα και τα χωριά Κεράσοβο και Σαμαρίνα.

Η πίεση των Ιταλών, ανάγκασε τα ελληνικά τμήματα προκαλύψεως να συμπτυχθούν στον τομέα Ελαίας (Καλπάκι)- Καλαμά και Θεσπρωτίας, την 28η Οκτωβρίου. Την επόμενη μέρα, η Μεραρχία «Φεράρα», έφτασε στην γραμμή Γεροπλάτανος-Σιταριά, ενώ η «Σιένα» προχώρησε στην γραμμή Κεραμίτσα-Βρισέλα. Ο διοικητής της 8ης Μεραρχίας του ελληνικού στρατού, Χαράλαμπος Κατσιμήτρος, αποφάσισε να υπερασπιστεί την γραμμή Ελαία-Καλαμά, κι όχι τον άξονα Ιωαννίνων-Μετσόβου όπως του είχε προτείνει το Γενικό Στρατηγείο, καθώς θεώρησε ότι θα έθετε σε κίνδυνο το σύνολο του μετώπου. Μέχρι τις 9 Νοεμβρίου του 1940, οι ιταλικές δυνάμεις με μεγάλη στρατιωτική δύναμη, προσπαθούσαν να διαρρήξουν το Καλπάκι, μέσω πολλών επιθέσεων, αλλά οι Έλληνες τους αντιμετώπισαν σθεναρά. Μόνο το ύψωμα Γραμπάλα κατέλαβαν οι Ιταλοί για λίγο, αλλά το ξαναέχασαν από τις ελληνικές δυνάμεις, οι οποίες πολέμησαν σε μάχη εκ του συστάδην πολλές φορές. Όσον αφορά την Θεσπρωτία, εκεί οι λιγοστές ελληνικές δυνάμεις συμπτύχθηκαν σε ασφαλείς θέσεις στην γραμμή όρη Σουλίου- έλη Αχέροντα, περιμένοντας ενισχύσεις από την 3η Μεραρχία.

Στο μέτωπο της Πίνδου, ο ελληνικός στρατός του Αποσπάσματος της Πίνδου, υπό τον συνταγματάρχη Δαβάκη, υποχώρησε στη γραμμή Επάνω Αρένα-Λυκκοράχη-Κάντζικο-Κεράσοβο, εξαιτίας της επίθεσης των Ιταλών αλπινιστών. Την 1η Νοεμβρίου, οι Ιταλοί κατέλαβαν την Σαμαρίνα, και στις 3 Νοεμβρίου τη Βωβούσα. Η ιταλική Μεραρχία «Τζούλια» διέβη τον ποταμό Αώο, αλλά εκεί εκδιώχθηκε από το ελληνικό απόσπασμα Αώου, του αντισυνταγματάρχη Μαρδοχαίου Φριζή. Ο ελληνικός στρατός κατάφερε να περικυκλώσει τους Ιταλούς, και χάρη στην αντίσταση του στην Πίνδο, ανάγκασε σε φυγή την Μεραρχία «Τζούλια», η οποία άφησε πίσω πολλούς νεκρούς και τραυματίες, και τουλάχιστον 1.200 αιχμαλώτους. Όσοι Ιταλοί στρατιώτες ξέφυγαν, υποχώρησαν προς την Κόνιτσα. Έτσι, στις 13 Νοεμβρίου 1940, ο ελληνικός στρατός είχε καταλάβει τις συνοριακές διαβάσεις προς Ερσέκα- Λεσκοβίκι, και η Μάχη της Πίνδου είχε λήξει νικηφόρα υπέρ του.

Στον τομέα της  Βορειοδυτικής Μακεδονίας, οι 9η και 15η Μεραρχία του ελληνικού στρατού κατέλαβαν τα υψώματα Βέρνικ και Τάλικ, εντός του αλβανικού εδάφους. Η ελληνική αντίσταση αιφνιδίασε γενικά τους Ιταλούς, και ματαιώθηκε και η ιταλική επίθεση στα ελληνικά νησιά. Ο Μουσολίνι βλέποντας την άσχημη κατάσταση της έκβασης των μαχών στο Αλβανικό Μέτωπο, ανασχημάτισε την Διοίκηση της Αλβανίας στις 9 Νοεμβρίου, αντικαθιστώντας τον Πράσκα με τον Ουμπάλντο Σόντου. Στις 14 Νοεμβρίου, συντελέστηκε γενική αντεπίθεση σε ολόκληρο το μέτωπο από τον ελληνικό στρατό, με αντικειμενικό σκοπό την απώθηση των Ιταλών πέρα από τα σύνορα, καθώς και την κατάληψη του λιμανιού των Αγίων Σαράντα, την εξασφάλιση της οδού Λεσκοβίκι- Κορυτσά και την κατάληψη της ίδιας της Κορυτσάς. Το 3ο Σώμα Στρατού, υπό την ηγεσία του στρατηγού Γεωργίου Τσολάκογλου, επιτέθηκε με 3 Μεραρχίες Πεζικού αρχικά, κατά της τοποθεσίας Μόραβα- Ιβάν, στα ανατολικά της Κορυτσάς, και στις 22 Νοεμβρίου κατάφερε εντέλει να την καταλάβει, ενισχυμένο κι από άλλες 2 ελληνικές Μεραρχίες Πεζικού, την 11η και την 13η. Στις 24 Νοεμβρίου κατέλαβε την Μοσχόπολη, και λίγο αργότερα το Πόγραδετς. Στις αρχές του Δεκέμβρη κυρίευσε την Οστροβίτσα και εισχώρησε στον ποταμό Δέβολι μέχρι την Μογκλίτσα, όπου εξασφάλισε απόλυτα το υψίπεδο της Κορυτσάς από οποιαδήποτε επίθεση.

Στον κεντρικό τομέα του μετώπου, το Β΄ Σώμα του ελληνικού στρατού, εισέβαλε στις 22 Νοεμβρίου στην Βόρεια Ήπειρο και κατέλαβε το Λεσκοβίκι, και στις 5 Δεκεμβρίου κατέλαβε την Πρεμετή και το Φρασέρι. Όμως στον κόμβο της Κλεισούρας, δεν μπόρεσαν να νικήσουν τις αμυνόμενες πλέον ιταλικές δυνάμεις στην περιοχή Σεβρανίτ- Γαρονίν. Εντωμεταξύ, ο στρατηγός Σόντου αντικαταστάθηκε κι αυτός στα μέσα του Δεκεμβρίου από τον Ούγκο Καβαλέρο.

Το 1ο Σώμα Στρατού, όσον αφορά τον νότιο τομέα, άρχισε την επίθεσή του στις 14 Νοεμβρίου, όπου κινήθηκε προς τα Ιωάννινα-Τεπελένι. Εισέβαλε στην κοιλάδα του ποταμού Δρίνου, και στις 5 Δεκεμβρίου κατέλαβε το Δέλβινο, στις 6 τους Αγίους Σαράντα, και στις 8 το Αργυρόκαστρο και την Δερβιτσάνη. Στις 22 του μηνός κατέλαβε την Χιμάρα, αφού είχε ενισχυθεί και από την 4η Μεραρχία, και μετέπειτα κατέλαβε και την Βράνιστα και την Μπολένα.  Από την άλλη, τον οδικό κόμβο του Τεπελενίου δεν κατάφερε να τον καταλάβει.

Στις 13 Ιανουαρίου του 1941, το 2ο Σώμα Στρατού, ύστερα από σκληρές αιματοβαμμένες μάχες με τον ιταλό αντίπαλο, κατέλαβε τον κόμβο της Κλεισούρας και προωθήθηκε βόρεια της οροσειράς της Τρεμπεσίνας. Οι Ιταλοί προσπάθησαν ανεπιτυχώς να ανακαταλάβουν την Κλεισούρα από τις 26 έως τις 31 Ιανουαρίου. Παράλληλα σε όλο το μέτωπο συνεχίζονταν περιορισμένης κλίμακας πολεμικές επιχειρήσεις. Ο Μουσολίνι ανήσυχος από τις συνεχόμενες αποτυχίες του στρατού του, ήθελε να παρουσιάσει κάποιο επίτευγμα στους Γερμανούς συμμάχους του, έτσι εξαπέλυσε αιφνιδιαστικά την επονομαζόμενη «Εαρινή Επίθεση», η οποία έλαβε μέρος στον κεντρικό τομέα του μετώπου, βορειοδυτικά της Κλεισούρας, και συμμετείχαν έξι μεραρχίες ιταλικές και πέντε ως εφεδρεία.  Η επίθεση άρχισε στις 9 Μαρτίου του 1941, και συνεχίστηκε μέχρι τις 15 Μαρτίου με σφοδρό τρόπο, όμως σταδιακά άρχισε να εξασθενεί από τις 25 του μηνός, ύστερα από την σθεναρή και ηρωική αντίσταση των Ελλήνων στρατιωτών. Το «κλειδί» των Ελλήνων ήταν το ύψωμα 731, το οποίο δέχθηκε όλο το βάρος της ιταλικής επίθεσης και ανασκάφτηκε από το πυροβολικό και την αεροπορία, καθιστώντας το έτσι σύμβολο του Ελληνικού Αγώνα και των Ελλήνων μαχητών. Εκεί  πολέμησαν οι άνδρες του 5ου Συντάγματος της I Μεραρχίας που κατάγονταν κυρίως από την Καρδίτσα και τα Τρίκαλα με διοικητή τους, τον Δημήτριο Κασλά, μέχρι την νύκτα 12/13 Μαρτίου όπου αντικαταστάθηκε λόγω απωλειών από το 19ο Σύνταγμα, της VI Μεραρχίας Σερρών. Τον τομέα του τάγματος Κασλά ανέλαβε το τάγμα τού λοχαγού Κουτρίδη , μέχρι πέρατος του αγώνα στην περιοχή αυτή. Απέναντί τους ήταν το όγδοο ιταλικό σώμα στρατού με τέσσερις μεραρχίες και δυο τάγματα μελανοχιτώνων. Μέχρι το τέλος των μαχών στο ύψωμα οι νεκροί για τον Ελληνικό στρατό ανέρχονταν στους 125 νεκρούς και 28 εξαφανισθέντες καθώς και σε 425 τραυματίες ενώ για τον Ιταλικό στρατό στους 1.000 νεκρούς και 3.000 τραυματίες. Η ιταλική επίθεση είχε εξελιχθεί σε πανωλεθρία για τον Μουσολίνι, και σε ολοκληρωτική ήττα των Ιταλών στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2: Η έλευση των Ναζί στην Ελλάδα.

 

Η γερμανική επίθεση και εισβολή στην Ελλάδα.

 

Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Ιωάννης Μεταξάς, πέθανε στις 29 Ιανουαρίου του 1941, ταλαιπωρημένος από φλεγμονή που είχε στον φάρυγγα, και την θέση του ανέλαβε ο Αλέξανδρος Κορυζής. Η Ελλάδα στράφηκε στην Μεγάλη Βρετανία για να συμμαχήσει, και τον Μάρτιο του 1941 ένα εκστρατευτικό σώμα 63.000 αντρών της Βρετανικής Κοινοπολιτείας αποβιβάστηκε στην Ηπειρωτική Ελλάδα και στην Κρήτη. Μετά την αποτυχία της ιταλικής επίθεσης κατά της Ελλάδας, ο Αδόλφος Χίτλερ, άρχισε να προετοιμάζει την επίθεση του κατά του ελληνικού κράτους, γι’ αυτό και οι Γερμανοί μαζί με τους συμμάχους τους, τους Βούλγαρους, προέβησαν σε κοινή επίθεση κατά της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας, ώστε να εξασφαλίσουν την υπεροχή και κυριαρχία του Άξονα στα Βαλκάνια, με την λεγόμενη Επιχείρηση Μαρίτα. Οι δυνάμεις του Άξονα, διέθεταν τρεις τεθωρακισμένες, δύο ορεινές και τέσσερις μεραρχίες πεζικού, ένα ανεξάρτητο σύνταγμα πεζικού, καθώς και πολλά αεροσκάφη. Από την άλλη, οι ελληνικές δυνάμεις, διέθεταν στην Ανατολική Μακεδονία και στην Δυτική Θράκη, τρεις μεραρχίες και δύο ταξιαρχίες πεζικού, καθώς και μια μηχανοκίνητη μεραρχία. Επιπροσθέτως, υπήρχαν στο Βέρμιο, δύο ελληνικές και δύο βρετανικές μεραρχίες πεζικού, η μια ήταν Αυστραλών και η άλλη Νεοζηλανδών, αλλά και μια βρετανική τεθωρακισμένη ταξιαρχία.

Το βρετανικό εκστρατευτικό σώμα, ύστερα από λάθος συντονισμό αποβιβάστηκε τον Μάρτιο του 1941, με μικρή βοήθεια, σε υπερβολικά νότια τοποθεσία στην Ηπειρωτική Ελλάδα. Στις 6 Απριλίου του 1941, ξεκίνησε ο γερμανικός blitzkrieg, δηλαδή ο «πόλεμος αστραπή», στις 5 και 15 το πρωί, και οι ελληνικές και βρετανικές δυνάμεις ηττήθηκαν γρήγορα. Σχεδόν αμέσως μετά την έναρξη της επίθεσης, βομβαρδίστηκε ανηλεώς ο Πειραιάς και η Ελευσίνα, από γερμανικά αεροσκάφη. Οι Γερμανοί επιτέθηκαν με αμείωτο ρυθμό, χωρίς να μπορούν να διασπάσουν τις πρώτες ημέρες την γραμμή των οχυρών Ρούπελ, στην Γραμμή Μεταξά, ώστε να μπορούν μετά μέσω του Στρυμώνα να κατέβουν προς την Θεσσαλονίκη. Στο μεταξύ όμως, συνέτριψαν την γιουγκοσλαβική αντίσταση, και ξεχύθηκαν προς την Θεσσαλονίκη μέσω της κοιλάδας του ποταμού Αξιού. Στις 9 Απριλίου του 1941, οι ελληνικές δυνάμεις της Ανατολικής Μακεδονίας αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν, και μόνο τότε οι ηρωικοί υπερασπιστές των οχυρών παρέδωσαν τα όπλα,  αν και κάποιοι πολέμησαν ηρωικά μέχρι θανάτου χωρίς να παραδοθούν. Έπειτα από την πτώση της Γραμμής Μεταξά, οι ελληνικές δυνάμεις στην Βόρεια Ήπειρο συνθηκολόγησαν κι αυτές, όπως και στην Δυτική Μακεδονία, και ο γερμανικός στρατός κατέλαβε την Φλώρινα, και στις 19 Απριλίου, το ίδιο γερμανικό σώμα προέλασε στα Γρεβενά και εν συνεχεία στο Μέτσοβο, αποκόβοντας με αυτόν τον τρόπο τον στρατό του Τσολάκογλου από την υπόλοιπη Ελλάδα, όπου στις 20 Απριλίου παραδόθηκε στους Γερμανούς. Ο Τσολάκογλου μάλιστα μετά την ήττα του ελληνικού στρατού από τον γερμανικό, προσφέρθηκε να υπηρετήσει σε μια κυβέρνηση Κατοχής, αν το επιθυμούσε ο Χίτλερ. Ένα άλλο τμήμα του γερμανικού στρατού προέλασε προς τα νότια, όπου οι ναζιστικές δυνάμεις αποδείχθηκαν ανώτερες καθ’ όλη την διάρκεια του πολέμου, και όσον αφορά την τακτική αλλά και στην τεχνική, συγκριτικά με τους Έλληνες και Βρετανούς στρατιώτες, οι οποίοι υποχωρούσαν ολοένα και πιο νότια.

 Στην περιοχή της «Γραμμής Μεταξά», όπως προαναφέραμε, δόθηκε ο κύριος αγώνας της Ελλάδας υπό την διοίκηση του Αντιστράτηγου Κωνσταντίνου Θ. Μπακόπουλου εναντίον των Γερμανών ,ο οποίος αγώνας έμεινε γνωστός με το όνομα «Μάχη των Οχυρών», και μόλις έχασαν κι εκεί οι ελληνικές δυνάμεις, υποχώρησαν προς τον Αλιάκμονα όπου άντεξαν τρεις ημέρες. Επόμενο σημείο όπου αμύνθηκαν, ήταν τα Τέμπη, όπου κι αυτό το εγκατέλειψαν, και μετέπειτα υπερασπίστηκαν τα στενά των Θερμοπυλών, όπου στην μάχη αυτή συμμετείχαν κυρίως Νεοζηλανδοί και Αυστραλοί παρά Έλληνες. Από της 18 Απριλίου συνέβαινε ακριβώς το ίδιο, οι Συμμαχικές Δυνάμεις οπισθοχωρούσαν σταδιακά ενάντια στις Δυνάμεις του Άξονα, μέχρις ότου ο βασικός στρατός είχε υποχωρήσει μέχρι την Αθήνα. Τότε η ελληνική και στρατιωτική ηγεσία εγκατέλειψε την Αθήνα, έτσι στις 26 Απριλίου οι Γερμανοί εισήλθαν στην πρωτεύουσα χωρίς να βρουν αντίσταση. Ο βασιλιάς των Ελλήνων Γεώργιος Β΄ και η πολιτική κυβέρνηση υπό τον Εμμανουήλ Τσουδερό, του πρόσφατα διορισμένου πρωθυπουργού μετά την αυτοκτονία του τέως πρωθυπουργού Αλέξανδρου Κορυζή, διέφυγε κρυφά προς την Αίγυπτο. Αυτή θα ήταν και η λεγόμενη εξόριστη κυβέρνηση. Οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις, που είχαν απομείνει, κατέβηκαν προς την Πελοπόννησο, ώστε να αντισταθούν στον Ισθμό της Κορίνθου. Εκεί αμύνθηκαν με γενναιότητα και πείσμα, αλλά δεν μπόρεσαν να αναχαιτίσουν την προέλαση της Βέρμαχτ. Ο ελληνοβρετανικός στρατός, υποχώρησε πια στην Κρήτη, όπου τον Μάιο του 1941, θα έδινε την τελική του μάχη με τους Γερμανούς Αλεξιπτωτιστές.

 

Η Μάχη της Κρήτης.

 

Οι Γερμανοί με το σχέδιο «Ερμής» (Μέρκουρ), ετοιμάζονταν για να επιτεθούν στην Κρήτη, διαθέτοντας 22.500 άντρες, 70 πλοία και 1.370 αεροσκάφη. Οι Έλληνες για να αντισταθούν στην επίθεση των ναζί, είχαν μαζί τους ως συμμάχους τους Βρετανούς, Νεοζηλανδούς και Αυστραλούς ( 2η Νεοζηλανδική Μεραρχία, 19η Αυστραλιανή Ταξιαρχία και 14 Βρετανική Ταξιαρχία), και οι ίδιες οι ελληνικές δυνάμεις αποτελούνταν από 11.500 Έλληνες αξιωματικούς και οπλίτες. Όμως η μάχη ήταν άνιση, καθώς τα μέσα και εφόδια των συμμάχων ήταν ελάχιστα μπροστά στους ενισχυμένους στρατιωτικά Γερμανούς. Επιπλέον, η Βρετανία διέθετε λίγα αεροσκάφη, το οποίο ήταν κι αυτό σοβαρό μειονέκτημα.

Το πρωί της 20ης Μαΐου του 1941, άρχισε η εναέρια γερμανική επίθεση κατά της Κρήτης. Μετά από ισχυρό βομβαρδισμό στα κυριότερα αεροδρόμια και λιμάνια της Κρήτης (αεροδρόμια Μάλεμε-Χανιά , Ρεθύμνου, Ηρακλείου, και λιμάνια Σούδας και Ηρακλείου),  ξεκίνησε η ρίψη αλεξιπτωτιστών ναζί, κυρίως στο Μάλεμε των Χανίων. Ο αγώνας αποδείχθηκε σκληρός, και οι Γερμανοί είχαν μεγάλες απώλειες. Ακόμα και γυναικόπαιδα, και απλοί άντρες, κάτοικοι του νησιού, πέρα από τους Έλληνες και Βρετανούς στρατιώτες, είχαν βγει με τα όπλα και με τις τσουγκράνες και σκότωναν τους αλεξιπτωτιστές που έπεφταν στον τόπο τους. Το Ρέθυνμνο και το Ηράκλειο κατάφεραν να αντισταθούν και δεν καταλήφθηκαν, όμως στο Μάλεμε, παρά τις μεγάλες απώλειες των Γερμανών στρατιωτών, σχηματίστηκε προγεφύρωμα, και κατόρθωσαν να καταλάβουν το αεροδρόμιο του Μάλεμε στις 21 Μαΐου, καθώς και το ύψωμα 107, το οποίο είχαν εγκαταλείψει χωρίς διαταγή οι στρατιώτες του 22ου Νεοζηλανδικού Τάγματος. Η Μάχη της Κρήτης, συνεχίστηκε σκληρά μέχρι τις 29 Μαΐου, όπου έπειτα από διαταγή του στρατηγού Μέσης Ανατολής, διατάχθηκε η εκκένωση του νησιού από τις βρετανικές δυνάμεις, αφού πρώτα είχαν φύγει από την Μεγαλόνησο, ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄, και η ελληνική ηγεσία, με προορισμό την Αίγυπτο. Την νύχτα της 31 Μαΐου, εγκατέλειψαν το  νησί τα τελευταία βρετανικά τμήματα. Πολλοί Βρετανοί και Έλληνες αιχμαλωτίστηκαν, και άλλοι κατέφυγαν στα βουνά, για να συνεχίσουν από κει τον αγώνα μαζί με τους ντόπιους, ενάντια στον ξένο κατακτητή. Η Κρήτη ήταν το τελευταίο μέρος της Ελλάδας, όπου έπεφτε στα χέρια των Δυνάμεων του Άξονα. Στην όλη δυσάρεστη κατάσταση για το ελληνικό κράτος, προστέθηκε και ο λιμός του βαρύ χειμώνα του 1941. Όμως οι Έλληνες, βρήκαν τις απαιτούμενες δυνάμεις, και εντάχθηκαν στις διάφορες αντιστασιακές οργανώσεις που δημιουργήθηκαν εντός κι εκτός πόλεων, ώστε να αντιμετωπίσουν ένοπλα και με δολιοφθορές τον γερμανικό εισβολέα.

 

Το ελληνικό πολεμικό ναυτικό. 1940-1941

 

Στις αρχές του ελληνοϊταλικού πολέμου, το πολεμικό ναυτικό της Ελλάδας χρησιμοποιείτο για την προστασία των θαλάσσιων μεταφορών που γίνονταν στο Αιγαίο Πέλαγος, και βοηθούσε στην επιστράτευση των Ελλήνων, και στον ανεφοδιασμό της χώρας. Συνολικά περιελάμβανε, το γνωστό θωρηκτό Γ. Αβέρωφ, 10 αντιτορπιλικά (μεταξύ των οποίων το βασίλισσα Όλγα και το βασιλεύς Γεώργιος ήταν σύγχρονα), πολλές τορπιλακάτους, και έξι παλιά υποβρύχια.

Τα αντιτορπιλικά προέβησαν τρεις φορές σε θαρραλέες αλλά αποτυχημένες επιδρομές, στα στενά του Οτράντο (14-15 Νοεμβρίου 1940), στο Σάσωνα (15-16 Δεκεμβρίου 1940), και στο λιμάνι του Αυλώνα ( 4-5 Ιανουαρίου 1941). Αξιοσημείωτη, είναι όμως η επιτυχία του υποβρυχίου Παπανικολής, με κυβερνήτη τον πλωτάρχη Μίλτο Ιατρίδη, το οποίο βύθισε ανοιχτά του Οτράντο ένα ιταλικό μεταγωγικό. Στις 26 Δεκεμβρίου του 1940, βυθίστηκε με όλο του το πλήρωμα, το υποβρύχιο Πρωτεύς, που είχε κυβερνήτη τον Μιχαήλ Χατζηκωνσταντή, αφού πρώτα είχε βυθίσει ιταλικό οπλιταγωγό. Σημαντική δράση είχαν και τρία άλλα υποβρύχια του ελληνικού στόλου, ο «Κατσώνης», ο «Νηρεύς» και ο «Τρίτων».

Διάφορες εχθρικές ενέργειες γίνονταν συνέχεια κατά του ελληνικού στόλου, από τις ιταλικό πολεμικό ναυτικό, όπως ο βομβαρδισμός στην Κέρκυρα στις 28 Νοεμβρίου του 1940, από ναυτική ιταλική μοίρα, και η επίθεση κατά των ελληνικών παράλιων θέσεων στην Αλβανία, στις 18 Δεκεμβρίου του 1940, και στις 4 Μαρτίου του 1941. Ο ελληνικός στόλος, από τον Ιανουάριο του 1941, συνεργαζόταν με τον βρετανικό στόλο, και κάλυπταν τις νηοπομπές από και προς την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Όμως, στις 6 Απριλίου του 1941, με την εισβολή των Γερμανών στον ελληνικό χώρο, τα ελληνικά και βρετανικά πλοία υπέστησαν μεγάλες απώλειες από τις εναέριες γερμανικές δυνάμεις, και η είσοδος της Βέρμαχτ στο ελληνικό κράτος, μαζί με την κατάληψη της Κρήτης τον Μάιο του 1941, ως το τελευταίο μέρος αντίστασης των Συμμάχων κατά του Άξονα, τελμάτωνε τις συμμαχικές ναυτικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα, μέχρι την εκστρατεία των Δωδεκανήσων το 1943.

 

Η ελληνική πολεμική αεροπορία. 1940-1941

 

Η Ελληνική Βασιλική Αεροπορία, το 1940 διέθετε λιγότερα από 150 αεροσκάφη, και έπρεπε να ανταπεξέλθει και να συμβάλλει καίρια στον ελληνικό αγώνα κατά των Ιταλών. Στο τεράστιο έργο που ανέλαβε, είχε ως αρωγούς τέσσερις μοίρες της ΡΑΦ (Βασιλική Πολεμική Αεροπορία Βρετανίας). Οι Έλληνες πιλότοι διέπρεψαν κυρίως στην τακτική της αναγνώρισης, με αποκορύφωμα, τον εντοπισμό της ιταλικής Μεραρχίας «Τζούλια», στα βουνά της Πίνδου, όπου τελικά οδήγησε στην ολοκληρωτική ήττα του ιταλικού στρατού, αλλά επίσης είχαν πολλές επιτυχίες και στις επίγειες προσβολές ακριβείας, με αξιοσημείωτα παραδείγματα την καταστροφή των αεροδρομίων Κορυτσάς και Αργυροκάστρου, και της μεγάλης αποθήκης πυρομαχικών στην Πρεμετή. Όσον αφορά όμως την αεροπορική δίωξη, εκεί οι Έλληνες υστερούσαν έναντι των Ιταλών, καθώς οι Ιταλοί είχαν πιο σύγχρονα αεροσκάφη, και μεγαλύτερη εμπειρία στις πτήσεις, αφού είχαν δοκιμαστεί ,στον ισπανικό εμφύλιο, και στις επιθέσεις στην Αβησσυνία (Αιθιοπία) και στην Γαλλία. Παρ’ όλα αυτά, οι Έλληνες είχαν επιμονή και τόλμη, και πραγματοποίησαν και επιτυχίες, όπως ο εμβολισμός του ιταλικού βομβαρδιστικού αεροσκάφους πάνω από την Θεσσαλονίκη, ο οποίος επετεύχθη από τον πιλότο Μαρίνο Μητραλέξη, καθώς και από ορισμένες άλλες καταρρίψεις ιταλικών αεροσκαφών.

Τον Απρίλιο του 1941, έκανε την εμφάνιση της στον ελληνικό εναέριο χώρο, η αεροπορία της Γερμανίας, η Λουφτβάφε, η οποία ήταν σύγχρονη, με πλήθος αεροσκαφών και μεγάλη ικανότητα των πιλότων της, και σαφώς κυριάρχησε στους αιθέρες κατά των Ελλήνων. Όμως, η ελληνική αεροπορία δεν έπαψε να μάχεται, και στάθηκε ηρωικά πετυχαίνοντας ελάχιστες καταρρίψεις έναντι των γερμανών αεροπόρων.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3: Η τριπλή κατοχή από τις Δυνάμεις του Άξονα και η Εθνική Αντίσταση.

 

Η κατοχή στην Ελλάδα.

 

Στην πρωτεύουσα της Ελλάδας, την Αθήνα, εισέβαλαν τα ναζιστικά στρατεύματα στις 27 Απριλίου του 1941, και ύψωσαν την σημαία τους στην Ακρόπολη. Η κατοχική κυβέρνηση που σχηματίστηκε, είχε πρωθυπουργό τον στρατηγό Γεώργιο Τσολάκογλου, ο οποίος ορκίστηκε στις 30 Απριλίου του 1941. Ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος, αρνήθηκε να κάνει την ορκωμοσία της κυβέρνησης αυτής, την οποία εντέλει πραγματοποίησε ο ιερέας του Αγίου Γεωργίου του Καρύτση. Αυτός ήταν και ο λόγος όπου καθαιρέθηκε από αρχιεπίσκοπος ο Χρύσανθος, και την θέση του ανέλαβε ο Δαμασκηνός Παπανδρέου.

Στην Ελλάδα, εφαρμόστηκε τριπλή κατοχή, όπου οι Ιταλοί κατέλαβαν το μεγαλύτερο μέρος της, δηλαδή γενικότερα την Αττική εκτός της Αθήνας ( την νότια Αττική από το 1942, μέχρι τότε στους Γερμανούς), την Πελοπόννησο, το μεγαλύτερο μέρος της Βόρειας Ελλάδος, και τα νησιά του Αιγαίου. Από την Κρήτη είχαν το Λασίθι, και την Εύβοια και την Σκύρο που τις ανέλαβαν από τον Οκτώβριο του 1941. Η γερμανική ζώνη κατοχής περιελάμβανε την Αθήνα, την Θεσσαλονίκη, την Κρήτη εκτός από τον Άγιο Νικόλαο, την θρακική μεθόριο με την Τουρκία, και από τα νησιά του Αιγαίου είχε τον έλεγχο σε Λήμνο, Λέσβο, Χίο και Μήλο. Στους Βουλγάρους δόθηκε ο έλεγχος στην Θράκη και την Ανατολική Μακεδονία, όπου διοίκησαν με μεγάλη σκληρότητα απέναντι στους Έλληνες κατοίκους, και εξαπέλυσαν πολλούς διωγμούς αναγκάζοντας 100.000 Έλληνες, να εγκαταλείψουν την βουλγαρική ζώνη κατοχής. Η κορύφωση στα τραγικά γεγονότα της κατοχής, αποτέλεσε ο λιμός που υπέστη ο ελληνικός λαός από τον άγριο χειμώνα του 1941 φτάνοντας μέχρι το 1942, καθώς και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ελληνοεβραίων.

Στις 5 Μαΐου του 1941, σε ομιλία που είχε ο Χίτλερ στο Ράιχσταγκ, εξήρε τον αγώνα του Έλληνα Στρατιώτη. Οι Γερμανοί μετά την κατάληψη της Κρήτης, προχώρησαν σε επιτάξεις τροφών και πρώτων υλών, καθώς και σε εισαγωγή ενός χαρτονομίσματος, το οποίο είχε μηδαμινή αγοραστική αξία, το λεγόμενο «μάρκο κατοχής», αυτό είχε ως συνέπεια και την αύξηση του πληθωρισμού εντός των ελληνικών συνόρων, γι’ αυτό και λίγες μέρες αργότερα διέκοψαν την κυκλοφορία του συγκεκριμένου χαρτονομίσματος. Ο βαρύς χειμώνας του 1941-1942, δυσκόλεψε τρομακτικά την επιβίωση των Ελλήνων πολιτών, κυρίως στην Αθήνα και στον Πειραιά, κι όχι τόσο στην Θεσσαλονίκη. Υπολογίζεται ότι περίπου 2.000 άνθρωποι έχαναν την ζωή τους από τον λιμό, και τις ασθένειες που προέρχονταν από τον υποσιτισμό, κάθε μέρα. Τον Ιανουάριο του 1942, είχαν πεθάνει περίπου 700 με 800 παιδιά από την διφθερίτιδα, η οποία χτύπαγε τις μικρές ηλικίες και τα βρέφη. Παράλληλα, την ίδια περίοδο, διάφοροι επιτήδειοι είχαν βρει την ευκαιρία και πλούτιζαν με την μαύρη αγορά.

Όσον αφορά τους Συμμάχους της Ελλάδας, οι οποίοι είχαν αποκλείσει την χώρα, αποφάσισαν να χαλαρώσουν τον αποκλεισμό της, και να διοχετεύσουν τρόφιμα και γενικότερα προμήθειες, μέσω του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού και του Σουηδικού Ερυθρού Σταυρού, με χρήματα που είχε διαθέσει η κυβέρνηση του Εμμανουήλ Τσουδερού, οι οποίοι είχαν εγκαταλείψει την χώρα με την έλευση των Ναζί. Τον συντονιστικό ρόλο της βοήθειας αυτής είχε αναλάβει, η σουηδική διεύθυνση Joint Relief Commission. Επίσης σημαντικό ρόλο έπαιξε η Ελληνική Πολεμική Περίθαλψη, με τον ιδρυτή της Σπύρο Σκούρα. Η οργάνωση αυτή συγκέντρωσε 7 εκατομμύρια δολάρια συνολικά, με τα οποία αγοράστηκαν οι απαραίτητες προμήθειες. Επιπλέον, και σε επίπεδο παροικιών, η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία Βορείου Αμερικής και η φιλανθρωπική οργάνωση Εθνική Φιλόπτωχος Αδελφότης Κυριών, κινητοποιήθηκαν και συνέδραμαν και αυτοί όπου χρειαζόταν για την αναγκαία αρωγή προς το ελληνικό κράτος.

Τον Νοέμβριο του 1942, ο Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος αντικατέστησε στην πρωθυπουργία τον Τσολάκογλου. Ο τρίτος πρωθυπουργός της κατοχικής κυβέρνησης, ήταν ο Ιωάννης Ράλλης, ο οποίος διαδέχθηκε τον Λογοθετόπουλο τον Απρίλιο του 1943, και ήταν ο δημιουργός των Ταγμάτων Ασφαλείας, των γνωστών και ως «Ράλληδων».

Πλησιάζοντας προς το τέλος του 1943, η Εθνική Αντίσταση των Ελλήνων που εκφραζόταν μέσα από την συγκρότηση πολλών αντιστασιακών οργανώσεων που είχαν δημιουργηθεί ήδη από τις πρώτες ημέρες της γερμανικής κατοχης, είχε αυξήσει τις επιθετικές της ενέργειες ενάντια στα κατοχικά στρατεύματα. Τα τελευταία απαντούσαν με μαζικές εκτελέσεις ομήρων σε χωριά της Ελλάδος κυρίως, με κορυφαία αποτρόπαια πράξη, την εκτέλεση 1.101 κατοίκων των Καλαβρύτων, και την πυρπόληση του χωριού, στις 13 Δεκεμβρίου του 1943.

 

Η Εθνική Αντίσταση των Ελλήνων και οι οργανώσεις της.

 

Ήδη από τις πρώτες μέρες της γερμανικής κατοχής, άρχισε να εκδηλώνεται η αντίσταση του ελληνικού λαού. Μια από τις πρώτες αντιστασιακές ενέργειες, ήταν η φυγάδευση του συμμαχικού στρατού από την Ελλάδα, στην οποία συνέβαλε σημαντικά με την βοήθειά της, η Λέλα Καραγιάννη από τις αρχές Μαΐου του 1941. Ήταν, μάλιστα, η ιδρυτής και επικεφαλής της οργάνωσης «Μπουμπουλίνα». Η Καραγιάννη, προδομένη από τον Γεώργιο Ριζόπουλο, συνελήφθη μαζί με 2 συνεργάτες της από τους Γερμανούς, το 1944. Μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου και ύστερα από λίγο διάστημα εκτελέστηκε από τους Γερμανούς κατακτητές στο παρακείμενο άλσος Χαϊδαρίου, στο Δαφνί, μαζί με άλλους 59 αγωνιστές της Αντίστασης στη πλειοψηφία τους συνεργάτες της S.O.E (Επιχειρήσεις Ειδικών Αποστολών, Βρετανικές) , στις 8 Σεπτεμβρίου 1944, περίπου ένα μήνα πριν από την Απελευθέρωση. Η εκτέλεση της πιθανόν να ήταν το αποτέλεσμα της πολιτικής των Ες Ες των Βάλτερ Σιμάνα και Βάλτερ Μπλούμε η οποία παρέκαμψε την πιο μετριοπαθή πολιτική των Γερμανών στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο.

Στις 27 Απριλίου του 1941, μόλις τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Αθήνα, ένας Έλληνας Εύζωνας ο Κωνσταντίνος Κουκίδης έκανε την σκοπιά του στην Ακρόπολη. Τα στρατεύματα των Ναζί τον διέταξαν να παραδώσει την ελληνική σημαία και να αναρτήσει τη ναζιστική σημαία με τη σβάστικα. Ο Κουκίδης δεν υπάκουσε και, μένοντας πιστός στο πόστο του, υπέστειλε την ελληνική σημαία, τυλίχτηκε με αυτή και πήδηξε από την Ακρόπολη προς το θάνατό του. Σε χώρο κάτω από την Ακρόπολη υπάρχει σήμερα μια αφιερωματική πλάκα σε ανάμνηση της πράξης αυτής. Το γεγονός αυτό αμφισβητείται από πολλούς, υποστηρίζεται όμως από άλλους ως ένα πραγματικό συμβάν.

Η πρώτη παράτολμη αντιστασιακή ενέργεια κατά του ναζισμού, υπήρξε η υποστολή της ναζιστικής σημαίας στην Ακρόπολη, την νύχτα της 30ης προς την  31η Μαΐου του 1941, από τον Μανώλη Γλέζο και τον Λάκη (Απόστολο) Σάντα. Λίγο καιρό αργότερα, θα κάνουν την εμφάνισή τους οι πρώτες αντιστασιακές οργανώσεις. Μια εξ αυτών ήταν η Πανελλήνιος Ένωσις Αγωνιζομένων Νέων, όπου στις 22 Σεπτεμβρίου του 1942, ανατίναξε τα γραφεία της φιλοναζιστικής οργάνωσης ΕΣΠΟ ( Εθνική Σοσιαλιστική Πατριωτική Οργάνωση), στην γωνία Γλάδστωνος και Πατησίων.  Στο συμβάν αυτό σκοτώθηκαν μέλη της ΕΣΠΟ, αλλά και γερμανοί στρατιώτες. Ενάμιση μήνα μετά, συνελήφθησαν όσοι Έλληνες πατριώτες είχαν συμμετάσχει στην επιχείρηση αυτή, και εκτελέστηκαν. Οι εκτελεσθέντες ήταν, ο Κώστας Πέρρικος ως αρχηγός της οργάνωσης καθώς και εμπνευστής της επίθεσης αυτής, η Ιουλία Μπίμπα όπου μετέφερε την βόμβα, ο Αθανάσιος Σκούρας, ο Ιωάννης Καταβάτης, ο Δημήτριος Λόης και ο Διονύσιος Παπαδόπουλος.

Στις 27 Σεπτεμβρίου του 1941, ιδρύθηκε το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, το οποίο εξελίχθηκε στην μαζικότερη αντιστασιακή οργάνωση. Πίσω από την δημιουργία της συγκεκριμένης οργάνωσης, ήταν το ΚΚΕ. Βλέπουμε λοιπόν, ότι οι Έλληνες πολίτες ακολούθησαν διαφορετικές πορείες στα χρόνια της κατοχής. Άλλοι επέλεξαν να μείνουν ουδέτεροι στην Αντίσταση, άλλοι συμμετείχαν ενεργά στις εκάστοτε οργανώσεις, και άλλοι συνεργάστηκαν, ως δωσίλογοι με τον Γερμανό κατακτητή. Υπήρχαν, βέβαια και αυτοί που διέφυγαν στην Μέση Ανατολή και συνέχισαν από εκεί τον πόλεμο.

Στις 9 Σεπτεμβρίου του 1941, έκανε την εμφάνισή του, ο ΕΔΕΣ (Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμος), ο οποίος είχε δική του ένοπλη πτέρυγα με το όνομα Εθνικές Ομάδες Ελλήνων Ανταρτών, στην βορειοδυτική Ελλάδα. Τυπικά αρχηγός του ΕΔΕΣ ήταν ο Πλαστήρας, αλλά βρισκόταν στην Γαλλία, έτσι πρακτικά πραγματικοί αρχηγοί της οργάνωσης, ήταν ο απόστρατος συνταγματάρχης Ναπολέοντας Ζέρβας, ο αξιωματικός Λεωνίδας Σπάης, ο δικηγόρος Ηλίας Σταματόπουλος, και ο Μιχάλης Μυριδάκης, και πολιτικός αρχηγός ο Κομνηνός Πυρομάγλου. Όμως ο ΕΔΕΣ διασπάστηκε τον Σεπτέμβριο του 1943, καθώς η οργάνωση της Αθήνας, με επικεφαλής τον Ηλία Σταματόπουλο και τους συνταγματάρχες Απόστολο Παπαγεωργίου και Χαράλαμπο Παπαθανασίου, δημιούργησαν τον λεγόμενο από πολλούς «Προδοτικό ΕΔΕΣ», ο οποίος συνέβαλε στην συγκρότηση των Ταγμάτων Ασφαλείας, και στην συνεργασία του με τους Γερμανούς και την κατοχική κυβέρνηση.

Η Τρίτη αντιστασιακή οργάνωση σε μέγεθος μετά το ΕΑΜ και τον ΕΔΕΣ, ήταν η ΕΚΚΑ (Εθνική και Κοινωνική Απελευθέρωση), με ιδρυτές, τον συνταγματάρχη Δημήτριο Ψαρρό, τον Απόστολο Καψαλόπουλο και τον Γεώργιο Καρτάλη, το Φθινόπωρο του 1942, και ήταν και αυτή υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας όπως και οι άλλες 2 οργανώσεις. Η ΕΚΚΑ δραστηριοποιήθηκε κυρίως στην Παρνασσίδα, στην Φωκίδα.

Μια άλλη οργάνωση με διαφορετική κατεύθυνση στις πολιτικές πεποιθήσεις των τριών μεγάλων οργανώσεων ήταν η Οργάνωση Χ. ήταν η μετονομασία της Στρατιωτικής Οργανώσεως Γρίβα που ιδρύθηκε την περίοδο της γερμανικής κατοχής τον Ιούνιο του 1941 στην Αθήνα από τον αντισυνταγματάρχη Πεζικού Γεώργιο Γρίβα. Η μετονομασία έγινε τον Μάρτιο του 1943. Τα μέλη της οργάνωσης ήταν γνωστά σαν Χίτες. Η οργάνωση εξέδιδε επίσης την Εφημερίδα των Χιτών. Πολιτικός αρχηγός της οργάνωσης ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Χρύσανθος. Η οργάνωση αυτή είχε εθνικιστικό, αντικομμουνιστικό και φιλοβασιλικό προσανατολισμό και παρέμενε πιστή στον Γεώργιο Β' που ήταν στο Κάιρο. Tο σήμα της άλλωστε ήταν η μονογραφή του Γεωργίου B΄ που έμοιαζε με Χ. Στη διάρκεια της κατοχής επιδόθηκε σε συλλογή πληροφοριών, κατασκοπία, αναγραφή συνθημάτων και φυγάδευση Ελλήνων προς τη Μέση Ανατολή. Σαν ένοπλη οργάνωση συγκροτήθηκε προς το τέλος της κατοχής, εξοπλισμένη με αγορές όπλων από τους αποχωρούντες Γερμανούς, με σκοπό να εμποδίσει την κατάληψη της εξουσίας από το ΕΑΜ.

 Επίσης, υπήρχαν πολλές αντιστασιακές οργανώσεις που έδρασαν κατά την περίοδο της τριπλής κατοχής, και στην πόλη αλλά και στην ύπαιθρο, ως ένοπλες ομάδες και σε συνεργασία πολλές φορές με τους Συμμάχους στην Μέση Ανατολή. Μερικές από αυτές ήταν, η Ιερά Ταξιαρχία, ο Όμηρος, ο Κόδρος, ο Προμηθεύς και ο Μίδας 614.

Παρακάτω παραθέτουμε τον κατάλογο με τις ελληνικές αντιστασιακές οργανώσεις.

  • Αγών – Ανόρθωσις – Αναγέννησις (ΑΑΑ).
  • Αθανάσιος Διάκος, Κιλκίς, επικεφαλής ο έφεδρος αξιωματικός Χρήστος Μόσχος (καπετάν Πέτρος).
  • Αλίκη, αρχηγός της ο Ευγένιος Βαλασάκης και αργότερα ο Κωνσταντίνος Χασιώτης.
  • Οδυσσέας Ανδρούτσος, Νιγρίτα, επικεφαλής ο έφεδρος αξιωματικός Θανάσης Γκένιος (καπετάν Λασάνης).
  • Απελευθερωτική Γερμανικής Κατοχής Οργάνωση Νέων (ΑΓΚΟΝ ή ΑΓΚΩΝ), Αθήνα, Ιούλιος του 1941, αρχηγός ο δικηγόρος Σπυρίδων Γραμμένος
  • Απόλλων, με επικεφαλής τον Ιωάννη Πελτέκη.
  • Ο Δημοκράτης, του Ιφικράτη Χατζημανουήλ στις αρχές Μαΐου 1941 - Ιανουάριος 1942, αργότερα προσχώρησε στο ΕΑΜ.
  • Εθνικές Ομάδες Ελλήνων Ανταρτών (ΕΟΕΑ), το στρατιωτικό σκέλος του Εθνικού Δημοκρατικού Ελληνικού Συνδέσμου (ΕΔΕΣ), κατά την τριπλή κατοχή της Ελλάδας, ιδρύθηκαν στις 28 Ιουλίου του 1942.
  • Εθνική Αλληλεγγύη στην Αθήνα (28 Μαΐου 1941), συμμετείχε στο ΕΑΜ ως ιδρυτικό μέλος.
  • Εθνική και Κοινωνική Απελευθέρωση (ΕΚΚΑ), αντιστασιακή οργάνωση σοσιαλδημοκρατικών αντιλήψεων που ιδρύθηκε τον Νοέμβριο του 1942 από τον δημοκρατικό-Βενιζελικό συνταγματάρχη Δημήτριο Ψαρρό σε συνεργασία με τους πολιτικούς Απόστολο Καψαλόπουλο και Γεώργιο Καρτάλη.
  • Εθνική Δημοκρατική Ένωση Ελληνοπαίδων (ΕΔΕΕ).
  • Εθνική Δράση, ιδρύθηκε στις 8 Νοεμβρίου 1941 από τους Παναγιώτη Σιφναίο, Γεώργιο Παππά και Γιάννη Καλούση.
  • Εθνική Ένωση Ελλάδος (ΕΕΕ).
  • Εθνική Οργάνωση Βάλτου (ΕΟΒ), συγκροτήθηκε από τον Στυλιανό Χούτα και αργότερα ενώθηκε με τον ΕΔΕΣ του Ναπολέοντα Ζέρβα και πήραν την ονομασία «Εθνικές Ομάδες Ελλήνων Ανταρτών».
  • Εθνική Οργάνωση Κρήτης (ΕΟΚ), Κρήτη, 1942, ηγέτες οι Μανώλης Φουντουλάκης και ο Μανώλης Μπαντουβάς (αναφέρεται και ως «Εθνική Κρητική Οργάνωση» ΕΚΟ).
  • Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ), ιδρύθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου του 1941 στην κατεχόμενη τότε Αθήνα, με πρωτοβουλία του ΚΚΕ.
  • Εθνικό Δημοκρατικό Ελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΔΕΜ) που αναφερόταν στα πρακτικά του ως «Εθνικό Δημοκρατικό Απελευθερωτικό Μέτωπο», αν και με τα αρχικά ΕΔΕΜ.
  • Εθνικό Κομιτάτο (Κατοχή) 1942-1944, συνέχεια της αντιστασιακής οργάνωσης Εθνικό Κομιτάτο Νέων 1941-1942.
  • Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμος (ΕΔΕΣ), ιδεολογικά ανήκε στο φιλελεύθερο δημοκρατικό στρατόπεδο, ιδρύθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου του 1941 και είχε ως πολιτικό αρχηγό τον Κομνηνό Πυρομάγλου ενώ στρατιωτικός του αρχηγός ήταν ο αξιωματικός Ναπολέων Ζέρβας.
  • Εθνικός Στρατός Απελευθερωτικής Προσπάθειας (ΕΣΑΠ) με αρχηγό τον Κωστόπουλο Γεώργιο.
  • Εθνικός Σύνδεσμος Ανωτάτων Σχολών (ΕΣΑΣ).
  • Ελευθερία (οργάνωση), Δημήτριος Ψαρρός 15 Μαΐου 1941, Θεσσαλονίκη
  • Ελληνική Πατριωτική Εταιρεία (ΕΠΕ) (γνωστή και ως Υπηρεσία 5-16-5), τέλη του 1942, ιδρυτής ο Ρήγας Ρηγόπουλος.
  • Ελληνικόν Αίμα (αρχές Μαΐου 1941), Αθήνα, δημοσιογράφοι Κωνσταντίνος Αντ. Βοβολίνης, Ιωάννης Γ. Μήλιος και Λάζαρος Μουράτ Πηνιάτογλου.
  • Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (ΕΛΑΣ), το στρατιωτικό σκέλος του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ) κατά την τριπλή κατοχή της Ελλάδας, ιδρύθηκε στις 16 Φεβρουαρίου του 1942.
  • Ελληνικός Στρατός.
  • Ελληνικός Στρατός Εθνικής Απελευθέρωσης (ΕΣΕΑ), Θεσσαλία
  • ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΑ.
  • Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων (ΕΠΟΝ) οργάνωση νέων που ιδρύθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 1943 και ήταν μέλος του ΕΑΜ.
  • Ένωσις Κοινωνικής Αμύνης (ΕΚΑ), Κοζάνη.
  • «Ένωση Ελλήνων Κουτσοβλάχων Εθνικοαπελευθερωτική και Εκπολιτιστική Οργάνωση», άρχισε από τη Λάρισα και απλώθηκε στη Θεσσαλία και όλη την Ελλάδα (οργανώθηκε από το ΕΑΜ).
  • Ενωτική Νεολαία.
  • Επιτροπή Εθνικής Σωτηρίας, Καρδίτσα.
  • Επιτροπή Συνταγματαρχών των Τσακαλώτου, Σπηλιωτόπουλου, Κιτριλάκη και Λιώση.
  • Έφεδρων Αξιωματικών Πατριωτική Οργάνωση (ΕΑΠΟ).
  • οργάνωση Θέρος, είχε ως σκοπό την προώθηση αξιωματικών του ελληνικού στρατού στη Μέση Ανατολή ή στις αντάρτικες οργανώσεις καθώς και τη συλλογή πληροφοριών κατά των δυνάμεων Κατοχής.
  • Ζευς, Θεσσαλονίκη.
  • Κόδρος, Οκτώβριος 1942, αρχηγός ο απόστρατος πλωτάρχης Παναγιώτης Λυκουρέζος.
  • Λαϊκή Απελευθερωτική Ένωση (ΛΑΕ).
  • Ιερή Ταξιαρχία (αναφέρεται και ως Ιερά Ταξιαρχία) (αδελφοί Μαρινόπουλου, Χριστοδ. Κουρούκλης (ή Λάκης), Βασ. Ε. Λαμπίρης, Λ. Πάτρας, Κωνστ. Καζολέας, Νικ. Λέρτας και άλλοι).
  • Μέτωπο Εθνικής Σωτηρίας (5 Απριλίου 1941).
  • Μίδας 614 με ηγέτη τον Ιωάννη Τσιγάντε.
  • Μπουμπουλίνα, 10 Μαΐου 1941-1944, Αθήνα, από τη Λέλα Καραγιάννη
  • Νέα Φιλική Εταιρεία (ΝΦΕ), Τριφυλία, Ιούλιος 1941.
  • Όμηρος, δημιουργήθηκε το Σεπτέμβριο του 1941 με πρωτοβουλία του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, με σκοπό τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με τις κινήσεις των δυνάμεων κατοχής στην Ελλάδα και την αποστολή τους στο Βρετανικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής.
  • Ομοσπονδία Ελληνικών Ναυτεργατικών Οργανώσεων (ΟΕΝΟ).
  • Οργάνωση Ανάστασης Γένους (ΟΑΓ), 1941, με ιδρυτικά μέλη τους: Ιωάννης Μπομποτίνος, Δημήτρης Γιαννάτος και Κώστας Γιαννάτος. Συνεργάτης της οργάνωσης ο Ελληνοπολωνός Γιέρζυ Ιβάνοφ.
  • Οργάνωση Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών (ΟΠΛΑ), ένοπλη οργάνωση, με καθήκοντα ασφαλείας, συλλογής πληροφοριών και εκτέλεσης ειδικών αποστολών, που έδρασε στις πόλεις της Ελλάδας από το καλοκαίρι του 1943-1944 (λειτούργησε με άλλα ονόματα μέχρι το 1947).
  • Παγκληρική Ενωση Ελλάδας (ΠΕΕ), 23 Ιουνίου 1943, Σπερχειάδα.
  • Παγκρήτια Οργάνωση Ελευθέρων Νέων (ΠΟΕΝ), Ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 1942 στα Χανιά Κρήτης από Β. Κοντοκώτσο, Γ. Κουμή, Δ. Λιονάκη, Α. Παπαδάκη & Π. Μιχελιουδάκη. Προσχώρησε στην ΕΠΟΝ στις 23 Φεβρουαρίου του 1943.
  • Πανελλήνια Απελευθερωτική Οργάνωση (ΠΑΟ).
  • Πατριωτικό Μέτωπο, στα Γιάννενα (2 Ιουνίου 1941).
  • Πανελλήνιος Ένωσις Αγωνιζομένων Νέων (ΠΕΑΝ), ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 1941 από τον αξιωματικό της αεροπορίας Κώστα Περρίκο με κεντρώο πολιτικό προσανατολισμό. Στην ιδρυτική ομάδα συμμετείχαν επίσης οι Ι. Κατεβάτης, Γ. Αλεξιάδης, Δ. Παπαβασιλόπουλος.
  • Προμηθεύς I του Χαράλαμπου Κουτσογιανόπουλου.
  • Προμηθεύς II του Χαράλαμπου Κουτσογιανόπουλου.
  • Πρωτόκολλο Τιμής.
  • Ρ.Α.Ν. (Ρωµυλία - Αυλών - Νήσοι) οργάνωση την οποία καθοδηγούσε ο στρατηγός Κωνσταντίνος Βεντήρης.
  • Ριζοσπαστική Οργάνωσις, ιδρύθηκε τον Ιανουάριο του 1942 από τον Σταμάτη Μερκούρη.
  • Σπίθα.
  • Στρατιά Σκλαβωμένων Νικητών του Κώστα Περρίκου (ΣΣΝ), Ιούνιος 1941. Τον Οκτώβριο μετονομάστηκε σε ΠΕΑΝ.
  • Στρατιωτική Ιεραρχία, πατριωτική οργάνωση την οποία δημιούργησε ο Αλέξανδρος Παπάγος στην οποία συμμετείχαν Έλληνες αξιωματικοί. Η δράση της αποκαλύφθηκε τον Ιούλιο του 1943 και μέλη της οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.
  • Τάγμα 122, οργάνωση που δημιουργήθηκε από Ελληνοαμερικάνους ομογενείς.
  • Τρίαινα, με αρχηγό τον Μιχάλη Κιουρτσόγλου.
  • Υβόννη.
  • Φιλική Εταιρεία (1941-1942), Λάρισα, ηγέτες της οργάνωσης οι Νικόλαος Ράπτης και Ευάγγελος Αβέρωφ.
  • Φιλική Εταιρία Νέων του Σταύρου Γιανακόπουλου (ΦΕΝ), 4 Μαΐου 1941-23 Φεβρουαρίου 1943, οπότε ενσωματώθηκε στην ΕΠΟΝ.

 

Στην ύπαιθρο, ο ΕΛΑΣ, που ήταν το στρατιωτικό σκέλος του ΕΑΜ, και ο ΕΔΕΣ, ανέλαβαν το αντάρτικο εναντίον των Γερμανών και των Ιταλών, και τα σαμποτάζ που δημιούργησαν ενίσχυσαν την συνεργασία τους με τους Συμμάχους στις πολεμικές επιχειρήσεις. Στις 25 Νοεμβρίου του 1942, πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο βρετανικού σχεδίου, η καταστροφή της σιδηροδρομικής γραμμής Αθήνας-Θεσσαλονίκης, αφού ανατινάχθηκε η γέφυρα του Γοργοποτάμου από την συνεργασία του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, την παρεμπόδιση του ανεφοδιασμού των γερμανικών στρατευμάτων του Ρόμελ στην Βόρεια Αφρική, καθώς διεκόπη η σιδηροδρομική σύνδεση της κεντρικής με την νότια Ελλάδα. Η ενέργεια αυτή, θεωρήθηκε από τις μεγαλύτερες αντιστασιακές πράξεις στην κατεχόμενη Ευρώπη, μέχρι εκείνη την στιγμή.

Το 1943, όταν πια άρχισαν οι Δυνάμεις του Άξονα, να εξασθενούν, η βρετανική αποστολή προέβη στην οργάνωση ενιαίου αντιστασιακού δικτύου, το οποίο θα αναγνώριζε και την εξόριστη κυβέρνηση, καθώς και την αποδοχή του βασιλιά Γεωργίου, μόλις η Ελλάδα απελευθερωνόταν, κι όλο αυτό ενάντια στην στάση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ που ήταν άκρως αντίθετος από όλα αυτά. Ο Ζέρβας συμφώνησε με τους Βρετανούς, ενώ από την άλλη ο υπαρχηγός του ΕΔΕΣ Κομνηνός Πυρομάγλου, δεν δέχθηκε κάτι τέτοιο. Για την στενότερη συνεργασία των Βρετανών Συμμάχων με τον ΕΛΑΣ και τον ΕΔΕΣ, πρωταγωνιστικό ρόλο διαδραμάτισαν, οι Βρετανοί Μάγιερς και Γούντχαουζ, που ήταν εκπρόσωποι του Γενικού Στρατηγείου της Μέσης Ανατολής στην Ελλάδα. Εντέλει, στις 22 Ιουλίου του 1943, υπογράφηκε στο Περτούλι η συνεργασία της Βρετανίας μαζί με τις μεγάλες Αντιστασιακές Οργανώσεις, ενάντια στις Δυνάμεις του Άξονα. Στις 28 Σεπτεμβρίου του 1943 η φασιστική Ιταλία του Μουσολίνι συνθηκολόγησε με τις Συμμαχικές Δυνάμεις, και αυτό οδήγησε σε μεγαλύτερη κλιμάκωση των αντιστασιακών ενεργειών από τις αντάρτικες ομάδες στο ελληνικό κράτος. Η γερμανική παρουσία ενισχύθηκε κι άλλο για να αντιμετωπίσει την Εθνική Αντίσταση, και σκλήρυνε την στάση της απέναντι στον ελληνικό λαό, ώστε να μπορέσουν να ελέγξουν το αντιστασιακό κίνημα.

 

Οι Ελληνοεβραίοι της κατοχής.

 

Στην Θεσσαλονίκη υπήρχαν πολλοί ισπανόφωνοι κυρίως Εβραίοι, οι Σεφαραδίτες. Έτσι, στην απογραφή του 1928, υπήρχαν περίπου 72.791 Εβραίοι. Ένας από τους πολλούς Εβραίους που ξεχώρισαν ως υπάλληλοι ή στρατιωτικοί, ήταν ο αξιωματικός Μαρδοχαίος Φριζής, ήρωας του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Το 1940 , οι Εβραίοι της Ελλάδας, ήταν προσεγγιστικά μεταξύ 67.591 έως 77.377.

Στις 11 Ιουλίου του 1942, οι Γερμανοί άρχισαν την εφαρμογή της «τελικής λύσης του εβραϊκού ζητήματος» και στο ελληνικό κράτος, και συγκέντρωσαν στην Πλατεία Ελευθερίας στην Θεσσαλονίκη, όλους τους άντρες Εβραίους, και επέλεξαν από αυτούς, 3.500 τους οποίους και επιστράτευσαν. Τέλη του 1942, ο Χίμλερ έστειλε ειδικό απόσπασμα στην Θεσσαλονίκη για την μεταφορά των Εβραίων σε «κλειστό χώρο εποικισμού». Από το 1943, άρχισαν διάφορες απαγορεύσεις προς αυτούς, όπως το να συμμετέχουν σε σωματεία, ή το να χρησιμοποιούν τηλέφωνα κ.α, ενώ για να ξεχωρίζουν έφεραν ειδικό σήμα. Στις 15 Μαρτίου 1943, έφυγε το πρώτο τρένο με 2.400 Εβραίους  άντρες και γυναίκες, για το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς. Εκεί μόνο 600 κρίθηκαν κατάλληλοι για εργασία, ενώ οι υπόλοιποι εξοντώθηκαν. Ακολούθησαν άλλες 18 μεταφορές από την Θεσσαλονίκη προς τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των ναζί. Μετά την ιταλική συνθηκολόγηση, οι Γερμανοί το 1844 ασχολήθηκαν θερμότερα με το Εβραϊκό ζήτημα, ιδιαίτερα στις περιοχές της Κρήτης, της Ρόδου, της Κέρκυρας και της Θράκης όπου υπήρχε Εβραϊκό στοιχείο. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός, ότι οι περισσότεροι εκ των Εβραίων που διέφυγαν των συλλήψεων ανήκαν στους Ρωμανιώτες, δηλαδή τους αφομοιωμένους Εβραίους της Παλαιάς Ελλάδος, που δεν κατοικούσαν σε ξεχωριστές συνοικίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί, η Ζάκυνθος, όπου οι Εβραίοι του νησιού σώθηκαν, ύστερα από την έμπρακτη αλληλεγγύη του χριστιανικού πληθυσμού, αλλά και της απροθυμίας του Γερμανοαυστριακού διοικητή του νησιού των Επτανήσων να συμπράξει στο έγκλημα. Επιπλέον, αρκετοί ήταν αυτοί που έφυγαν στα βουνά μαζί με τους αντάρτες, ενώ άλλοι απέκτησαν χριστιανικά πιστοποιητικά όπου τους βοήθησαν οι αστυνομικές αρχές και η εκκλησία για να τα αποκτήσουν. Μεγάλη αρωγή στους Εβραίους του ελληνικού κράτους έδωσε ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός. Η μέριμνά του για τη διάσωση των Ιουδαίων στο θρήσκευμα Ελλήνων πολιτών και των Ρομά, οι οποίοι από το 1943 άρχισαν μαζικά να οδηγούνται σε στρατόπεδα εξολόθρευσης, είναι από τις μεγαλύτερες στιγμές του και για τη δράση του αυτή τιμήθηκε αργότερα από την Ισραηλιτική κοινότητα. Κατ’ εντολή του εκδίδονταν πιστοποιητικά βαπτίσεως για τους Εβραίους ώστε να εμφανίζονται ως Χριστιανοί και να αποφεύγεται η σύλληψη και απέλασή τους. Επανειλημμένα διαμαρτυρήθηκε στους Γερμανούς ανώτερους διοικητές για τη συνεχιζόμενη πρακτική της δολοφονίας Εβραίων. Για τη δράση του αυτή και τη συμβολή του στη διάσωση εκατοντάδων Ελλήνων Εβραίων τιμήθηκε από το ίδρυμα Γιαντ Βασσέμ με τον τίτλο του Δίκαιου των Εθνών. Επίσης στην διάσωση των Εβραίων από τους ναζί, συνέβαλε και ο Άγγελος Έβερτ, που ήταν ο αστυνομικός διευθυντής των Αθηνών κατά την διάρκεια της κατοχής, και βοήθησε αρκετούς Εβραίους, εκδίδοντάς τους πλαστά πιστοποιητικά βάφτισης. Επίσης τιμήθηκε από το Γιαντ Βασσέμ (μουσείο αφιερωμένο στο Ολοκαύτωμα, Ιεροσόλυμα) για τη συμβολή του στη διάσωση των Εβραίων της Αθήνας, όπως έγινε και με τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό.

Τέλος, 2.000 Εβραίοι περίπου επέστρεψαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μετά τον πόλεμο, άλλοι τόσοι διέφυγαν στην Μέση Ανατολή, ενώ 8.500 βρήκαν κρησφύγετο στην ενδοχώρα.

 

Η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση.

 

Τον Ιούνιο του 1941, συγκροτήθηκε στην Αίγυπτο, η 1η Ταξιαρχία, αποτελούμενη από Έλληνες στρατιωτικούς που διέφυγαν από το ελληνικό κράτος μόλις εισήλθαν τα γερμανικά στρατεύματα. Στην Ταξιαρχία συμμετείχαν και Έλληνες της Αιγύπτου. Ανάλογη οργάνωση έγινε και στο ναυτικό, αλλά και στην πολεμική αεροπορία στην Αίγυπτο από τους Έλληνες, καθώς διέθεταν κάποια αεροσκάφη που είχαν ξεφύγει από την Λουφτβάφε, και είχαν έρθει στο αεροδρόμιο της Αιγύπτου, Χελουάν. Από τον Μάιο του 1942, συγκροτήθηκε και η 2η Ταξιαρχία, και λίγο αργότερα ο Ιερός Λόχος, έτσι στο τέλος του 1942, ο ελληνικός στρατός στην Μέση Ανατολή αριθμούσε πάνω από 12.000 άνδρες.

Στην αρχή η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση, και πολλοί που τους ακολούθησαν, ήταν φιλοβασιλικοί και μεταξικοί ιδεολογικά, όμως αυτό άλλαζε σιγά σιγά με την έλευση απότακτου στρατού στην Μέση Ανατολή, όπου πολλοί συνέδεαν την γερμανική κατοχή με την κατάργηση της μοναρχίας στην Ελλάδα. Τον Οκτώβριο του 1941, συστάθηκε μάλιστα,  η ΑΣΟ (Αντιφασιστική Στρατιωτική Οργάνωση). Στις αρχές Μαΐου του 1942, η κυβέρνηση του Εμμανουήλ Τσουδερού, αντικατέστησε πολλούς υπουργούς που ήταν μεταξικοί, και έκανε αντιπρόεδρο της κυβέρνησης τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, ο οποίος είχε και την ευθύνη των πολεμικών υπουργείων.

Στη Μάχη του Αλαμέιν, που έλαβε μέρος στις 23 Οκτωβρίου του 1942, μαζί με τους Συμμάχους, συμμετείχε και η 1η Ταξιαρχία, όπου νίκησαν τις Δυνάμεις του Άξονα.

Τον Μάρτιο του 1943, έγινε ανασχηματισμός της εξόριστης κυβέρνησης, και παραιτήθηκε ο Κανελλόπουλος, ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον Γεώργιο Ρούσσο, ενώ νέα μέλη της κυβέρνησης έγιναν οι: Βύρων Καραπαναγιώτης, Εμμανουήλ Σοφούλης, ναύαρχος Πέτρος Βούλγαρης, και λίγο αργότερα ο Σοφοκλής Βενιζέλος.

Στις 29 Φεβρουαρίου του 1944, στην Πλάκα της Ηπείρου, έγινε ύστερα από ενέργειες των Βρετανών Συμμάχων, συμφωνία, όπου οι τρεις μεγάλες αντιστασιακές οργανώσεις, οι οποίες για πολιτικούς λόγους, και λόγω του ποιος θα αναλάβει την εξουσία στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωσή της, είχαν έντονες συγκρούσεις και πόλεμο ουσιαστικά μεταξύ τους, αποφάσισαν να μην μάχονται ο ένας με τον άλλον, αλλά να πολεμούν μόνο τον εχθρό,  είτε από κοινού, είτε χωριστά. Ο πρωθυπουργός Τσουδερός παραιτήθηκε στις 14 Απριλίου του 1944, και την θέση του ανέλαβε ο Σοφοκλής Βενιζέλος, ο οποίος με την σειρά του παραιτήθηκε στις 26 Απριλίου του 1944, όπου ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ ανέθεσε την πρωθυπουργία στον Γεώργιο Παπανδρέου. Ο τελευταίος κάλεσε όλες τις αντιστασιακές δυνάμεις, αλλά και τις πολιτικές σε συνδιάσκεψη που έγινε στο Λίβανο, για να αποφασίσουν για την τύχη του ελληνικού κράτους. Η διάσκεψη έγινε στις 17 Μαΐου του 1944, και έγινε ολοφάνερος ο διχασμός μεταξύ του ΕΑΜ και των υπόλοιπων δυνάμεων. Τελικά στις 20 Μαΐου του ίδιου έτους, οι εκπρόσωποι των κομμάτων και των οργανώσεων, κατέληξαν σε συμφωνία για την συγκρότηση Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας. Στις 8 Σεπτεμβρίου, η ελληνική κυβέρνηση του Παπανδρέου, μεταφέρθηκε στην Καζέρτα της Ιταλίας, και στις 26 ο ΕΛΑΣ και ο ΕΔΕΣ, συμφώνησαν να τεθούν υπό τον Βρετανό υποστράτηγο Ρόναλντ Σκόμπι. Ο Κανελλόπουλος, ο οποίος αρχικά είχε μεταβεί στην Καλαμάτα, έπειτα από εντολή της κυβέρνησης, ώστε να πείσει τον Άρη Βελουχιώτη να σταματήσει τις εχθροπραξίες εναντίον των Ταγμάτων Ασφαλείας που παραδίνονταν και του αμάχου πληθυσμού, εγκαταστάθηκε στην Πάτρα μετά την αποχώρηση των Ναζί , ως αντιπρόσωπος της εξόριστης ελληνικής κυβερνήσεως. Στις 9 Οκτωβρίου, συμφωνήθηκε στην Μόσχα, από τον Τσώρτσιλ (πρωθυπουργός Μεγάλης Βρετανίας), και τον Στάλιν ( γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης), να ενταχθεί η Ελλάδα στην σφαίρα επιρροής των Βρετανών. (Συμφωνία των Ποσοστών ή της Μόσχας). Πάντως, και μέχρι σήμερα, δεν υπήρξε ποτέ επιβεβαίωση αυτής της συμφωνίας από την Σοβιετική Ένωση, αλλά ούτε και από την Ρωσία, ούτε και από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η μόνη πηγή συνεχίζει να είναι η αφήγηση του Τσώρτσιλ στα απομνημονεύματά του.  Όμως η ελληνική ηγεσία, καθώς και το ΚΚΕ, αγνοούσε κάτι τέτοιο, και πλέον τα Δεκεμβριανά πλησίαζαν, ώστε να ακολουθήσει ο ελληνικός εμφύλιος.

 

 

Η απελευθέρωση της Ελλάδας.

 

Τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής εγκατέλειψαν την Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου του 1944, και παράλληλα κατέφθασαν στον Πειραιά τα πρώτα βρετανικά στρατεύματα. Την ίδια περίοδο άρχισαν να εγκαταλείπουν και οι Βούλγαροι την Ελλάδα σταδιακά μέχρι τις 3 Νοεμβρίου όπου δεν είχε μείνει ούτε ένας Βούλγαρος στρατιώτης. Ο Γεώργιος Παπανδρέου έφτασε στην πρωτεύουσα της Ελλάδος, στις 18 Οκτωβρίου του 1944, μαζί με την εξόριστη κυβέρνηση. Ο πρωθυπουργός, πήρε την σημαντική απόφαση να αφοπλίσει όλες τις αντιστασιακές οργανώσεις και να αποστρατευτούν όλα τα μέλη τους (ΕΑΜ και ΕΔΕΣ), μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου του 1944. Το ΚΚΕ, διαμαρτυρήθηκε για την παράδοση των όπλων και δεν το δέχθηκε, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι στόχευε να κυνηγήσει το άοπλο ΕΑΜ μαζί με τις βρετανικές δυνάμεις. Από την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, στην οποία συμμετείχαν και 6 υπουργοί του ΕΑΜ,  την 1η Δεκεμβρίου του 1944, παραιτήθηκαν και οι 6, και στις 3 Δεκεμβρίου  θα οργανωνόταν συλλαλητήριο από το ΕΑΜ με αίτημα την αποχώρηση των βρετανικών δυνάμεων από την Ελλάδα.

Οι πολλές αλληλοσυγκρουόμενες προσδοκίες για το μέλλον του ελληνικού κράτους μετά την τριπλή κατοχή που υπέστη, θα οδηγούσαν στον ζοφερό εμφύλιο πόλεμο, που είχε αφήσει ήδη τα σημάδια του από το 1941, μέσα από τις αντιπαλότητες των αντιστασιακών οργανώσεων, και που τώρα θα γινόταν πιο έντονος, αφήνοντας χιλιάδες νεκρούς και αγνοούμενους κι από τις 2 πλευρές, καθώς και πολλά θύματα αμάχου πληθυσμού.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4: Έλληνες πρωταγωνιστές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

 

Η δράση των Ελλήνων στην διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

 

Αλέξανδρος Παπάγος (9 Δεκεμβρίου 1883,Αθήνα  – 4 Οκτωβρίου 1955, Αθήνα): Με την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου ανέλαβε Αρχιστράτηγος των δυνάμεων του στρατού ξηράς καταφέρνοντας, παρά τις υλικές αδυναμίες και τον αρχικό αιφνιδιασμό, να οργανώσει την αποτελεσματική άμυνα της χώρας και την απώθηση των Ιταλικών στρατευμάτων στην αλβανική ενδοχώρα. Παρέμεινε στην ηγεσία του στρατεύματος έως τις 23 Απριλίου 1941 οπότε παραιτήθηκε προκειμένου να μη συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις της συνθηκολόγησης μετά τη ναζιστική εισβολή και προέλαση ενώ επέκρινε το στρατηγό Τσολάκογλου για το σχηματισμό δωσιλογικής κυβέρνησης. Σε τηλεγράφημά του μάλιστα στις 21 Απριλίου 1941 προς το Διοικητή Στρατιάς Ηπείρου ανέφερε: «Πληροφοροῦμαι ὅτι ἀντιστράτηγος Τσολάκογλου ἀνέλαβε πρωτοβουλίαν συνθηκολογήσεως. Δὲν κατανοήθη παρὰ πάντων ὅτι ὕψιστα συμφέροντα Πατρίδος ἀπαγορεύουσι τοῦτο. Ἐπικαλοῦμαι πατριωτισμὸν πάντων. Στρατὸς δέον ἀγωνισθῆ μέχρις ἐσχάτου ὁρίου δυνατοτήτων του. Ἀντικαταστήσατε ἀμέσως Τσολάκογλου». Στη διάρκεια της Κατοχής δημιούργησε μία πατριωτική αντιστασιακή οργάνωση, τη Στρατιωτική Ιεραρχία, στην οποία συμμετείχαν Έλληνες αξιωματικοί. Η αποκάλυψη της δράσης τους τον Ιούλιο 1943 συνοδεύτηκε από τη σύλληψη του από τις κατοχικές δυνάμεις και την αποστολή του, μαζί με τέσσερις αντιστράτηγους (Κ.Μπακόπουλο, Ιωάννη Πιτσίκα, Π.Δέδε, και Γ.Κοσμά) ,σε στρατόπεδα συγκέντρωσης (και στο Νταχάου μεταξύ άλλων), στα οποία παρέμεινε κρατούμενος μέχρι τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας. Επέστρεψε στην Ελλάδα τον Ιούλιο του 1945 και τον Ιούλιο του 1947 του απονεμήθηκε ο βαθμός του Στρατηγού εν αποστρατεία.

 

Κωνσταντίνος Μπακόπουλος ( 1889, Αγιωργίτικα Αρκαδίας – 1950): Στην αρχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Αντιστράτηγος Μπακόπουλος υπηρετούσε ως Διοικητής του Τμήματος Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ) στην γραμμή Μεταξά, μία σειρά από περίπου 20 οχυρωματικά έργα κατά μήκος των Ελληνο-Βουλγαρικών συνόρων – δηλαδή ένα Ελληνικό ανάλογο της Γαλλικής Γραμμής Maginot .Ο Μπακόπουλος και οι άνδρες του απέκρουσαν επιτυχώς τα γερμανικά στρατεύματα 5η και 6η ορεινές μεραρχίες του XVIII Ορεινού Σώματος Στρατού, κατά τη διάρκεια αιματηρών μαχών που διήρκεσαν λίγες μέρες, συμπεριλαμβανομένης και της περίφημης σήμερα Μάχης του Οχυρού Ρούπελ. Οι Γερμανοί τελικά εισέβαλαν στην Ελλάδα στις 9 Απριλίου 1941, μετά την κάμψη της ελληνικής αντίστασης ανατολικά του ποταμού Αξιού. Εισέβαλαν από την Γιουγκοσλαβία και την Βουλγαρία, η οποία είχε ήδη συμμαχήσει με τους Γερμανούς. Η επίθεση εναντίον της γραμμής Μεταξά ξεκίνησε από την Βουλγαρία και είχε την υποστήριξη πυροβολικού και βομβαρδιστικών. Και οι δύο πλευρές, Έλληνες και Γερμανοί, υπέστησαν μεγάλες απώλειες. Εν τω μεταξύ, η Γερμανική 2η Μεραρχία Τεθωρακισμένων (του XVIII Ορεινού Σώματος Στρατού) προχώρησε μέσω Γιουγκοσλαβικού εδάφους προς νότον, στράφηκε προς ανατολάς, νοτίως της γραμμής Μεταξά, και κατέλαβε την Θεσσαλονίκη στις 9 Απριλίου. Έτσι, το Τμήμα Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας αποκόπηκε από την κυρίως Ελλάδα. Τότε και μόνο, ο Μπακόπουλος διαπραγματεύθηκε ένα έντιμο τέλος των εχθροπραξιών, την 10η Απριλίου και ώρα 13:00, για να διασώσει τους άνδρες του και να προλάβει τον βομβαρδισμό της Θεσσαλονίκης. Αυτή η ανακωχή έγινε σε συνεννόηση με τον Στρατηγό Παπάγο, επικεφαλής της Ανώτατης Στρατιωτικής Διοίκησης στην Αθήνα. Ήταν μια τακτική, μια κίνηση ανάγκης που με κανέναν τρόπο δεν σήμαινε την παράδοση του Ελληνικού Λαού. Το, έστω βραχυπρόθεσμο, κατόρθωμα των στρατευμάτων του Μπακόπουλου, που αντιμετώπισαν τις συντριπτικά ισχυρότερες Γερμανικές δυνάμεις (μαζί με την προηγούμενη σημαντική ελληνική νίκη εναντίον του στρατού του Μουσολίνι στην Αλβανία κατά τον Ελληνο-ιταλικό Πόλεμο του 1940-41), ήταν μια πρώιμη αποτυχία του χρονοδιαγράμματος του Χίτλερ και ένα πλήγμα στο ηθικό του Γερμανικού Στρατού. Όπως είναι ευρέως γνωστό, η Ελληνική Αντίσταση, την οποία εξύμνησε μεταξύ άλλων και ο Ουίνστον Τσώρτσιλ, υπήρξε σημαντική και κράτησε μέχρι το τέλος του πολέμου.

Στις 5:30 π.μ. 25 Ιουλίου 1943, ο Μπακόπουλος συνελήφθη από την Γκεστάπο μαζί με τέσσερις άλλους Έλληνες στρατηγούς (συμπεριλαμβανομένου και του Στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου - αργότερα Πρωθυπουργού 1952-1955), για σχεδιασμό και οργάνωση στρατιωτικής και πολιτικής αντίστασης, της οργάνωσης Στρατιωτική Ιεραρχία. Οι πέντε στρατηγοί στάλθηκαν σε διάφορα στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία (μεταξύ των οποίων στο Φρούριο Κένιχσταϊν και στις Φυλακές Νταχάου), όπου κρατήθηκαν ως όμηροι επί δύο χρόνια, έως την απελευθέρωσή τους από την Αμερικανική Πέμπτη Στρατιά στο τέλος του πολέμου.

 

Ιωάννης Πιτσίκας (1881, Κάτω Καλλιθέα- 6 Ιουλίου 1975, Αθήνα): Κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο ηγήθηκε του Ελληνικού Στρατού στη Βόρειο Ήπειρο ως διοικητής του Τμήματος Στρατιάς Ηπείρου και Δυτικής Μακεδονίας. Τον Ιούλιο του 1943 συνελήφθη από τους Γερμανούς και μεταφέρθηκε μαζί με τον Αλέξανδρο Παπάγο σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Γερμανία, απ' όπου απελευθερώθηκε το 1945.

 

Γεώργιος Κοσμάς (1884 Φαλάνθη Μεσσηνίας- 1964): Το 1940, ως Αντιστράτηγος, υπηρέτησε ως διοικητής του Δ΄ Σώματος Στρατού, του Ε΄ Σώματος Στρατού και του Α΄ Σώματος Στρατού στη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού Πολέμου του 1940–41. Μετά την Γερμανική Εισβολή στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941 και τη συνθηκολόγηση της Ελλάδας, παρέμεινε στη χώρα μέχρι τη σύλληψη και τη μεταφορά του σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Γερμανία, εξαιτίας της συμμετοχής του στους αγώνες της Εθνικής Αντίστασης. Ήταν μεταξύ των κρατούμενων με υψηλό προφίλ στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου και απελευθερώθηκε στο Τυρόλο τον Απρίλιο του 1945.

 

Χαράλαμπος Κατσιμήτρος (1886, Ευρυτανία- 20 Φεβρουαρίου 1962, Αθήνα): Με την έκρηξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, ως διοικητής της 8ης Μεραρχίας αρχικά εξουδετέρωσε την επίθεση και στη συνέχεια διέταξε άμυνα μέχρις εσχάτων στον τομέα Ελαίας-Καλαμά, που κάλυπτε τα Ιωάννινα, αν και το στρατηγείο έχοντας υπόψη γενικό στρατηγικό ελιγμό ολόκληρης της στρατιάς του είχε παράσχει ελευθερία ενέργειας όπως ελιχθεί επιβραδυντικά προς νότο, προς ολοκλήρωση κύκλωσης, με ύστατο όμως όριο ελιγμού της μονάδος του την κοιλάδα του Αράχθου. Τελικά η κύκλωση δεν επιτεύχθηκε, η ηρωική του όμως αντίσταση στην ιταλική επίθεση στο Καλπάκι, συντέλεσε τα μέγιστα στην νίκη της Ελλάδας απέναντι στον Ιταλικό Στρατό. Η πτώση της Ελλάδας στους Γερμανούς τον Απρίλιο του 1941 τον βρήκε στα Ιωάννινα. Επί εχθρικής κατοχής συμμετείχε από τους πρώτους στην πρώτη κατοχική κυβέρνηση του Γεωργίου Τσολάκογλου, όπου και διετέλεσε Υπουργός Εργασίας και προσωρινά Γεωργίας από 16 Απριλίου 1941 μέχρι 16 Μαΐου του ίδιου έτους κατόπιν αίτησής του περιοριζόμενος μόνο στα καθήκοντα υπουργού Γεωργίας. Τελικά όμως στις 20 Σεπτεμβρίου του 1941 υπέβαλε την παραίτησή του όπου και έγινε αμέσως αποδεκτή. Το 1945 στις 31 Μαΐου, ο Χαράλαμπος Κατσιμήτρος καταδικάστηκε υπό ειδικού συγκροτηθέντος δικαστηρίου, του λεγόμενου δωσιλόγων, «εις ειρκτήν» (κάθειρξη) 5,5 ετών «δια διευκολύνσεις» που παρείχε στις δυνάμεις Κατοχής και αποπέμφθηκε από το στράτευμα με το βαθμό του αντιστράτηγου. Όμως στις 5 Οκτωβρίου του 1949 με διάταγμα του Βασιλέως Παύλου χαρίστηκε το υπόλοιπο της ποινής του και το 1953 αποκαταστάθηκε αναδρομικά με επαναφορά του βαθμού, του αντιστρατήγου εν αποστρατεία και όλων των παρασήμων του. Ο γιος του, Γεώργιος Χ. Κατσιμήτρος, υπήρξε επίσης αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού.

 

Κωνσταντίνος Δαβάκης (1897, Κεχριάνικα Λακωνίας-1943 Αδριατική θάλσσα): Tον Αύγουστο του 1940, συντελέστηκε η μερική επιστράτευση, ο Δαβάκης ανακλήθηκε στην ενεργό υπηρεσία και τοποθετήθηκε διοικητής του 51ου Συντάγματος Πεζικού και στη συνέχεια του Αποσπάσματος Πίνδου (αποτελούμενου από το 51ο ΣΠ υπό άλλον διοικητή και διάφορες μικρομονάδες) το οποίο είχε ως έδρα το Επταχώριο Πίνδου. Η διοίκηση των ελληνικών δυνάμεων ανατέθηκε στον Βασίλειο Βραχνό. Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου του 1940, οπότε εκδηλώθηκε η ιταλική εισβολή, ο Δαβάκης αντιμετώπισε την 3η Ιταλική Μεραρχία Αλπινιστών ΤΖΟΥΛΙΑ με ένα απόσπασμα 2.000 ανδρών, υπό τις εντολές και τις οδηγίες του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας. Η τακτική του σε ολόκληρη την έκταση της ζώνης ευθύνης του (35 χιλιόμετρα) ήταν αμυντική, και μάλιστα έκανε υποχωρητικό ελιγμό, αναμένοντας ενισχύσεις. Την 1η Νοεμβρίου 1940, οπότε έφτασαν οι ενισχύσεις που περίμενε ο Δαβάκης, οι ελληνικές δυνάμεις έκαναν αντεπίθεση και κύκλωσαν τις ιταλικές, που αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Κατά την αντεπίθεση αυτή, και συγκεκριμένα την 6η ημέρα από την έναρξη των επιχειρήσεων, στον Προφήτη Ηλία Κάντσικου (μετέπειτα Δροσοπηγής), ο Δαβάκης τραυματίστηκε στο στήθος.. "Στον αξιωματικό που τον πλησίασε για να τον περιποιηθεί πρόσταξε, μαζεύοντας όσες δυνάμεις τού 'μεναν ακόμα: "Άσε με εμένα, πες με πεθαμένο! Και κοίτα να μη σου πάρουν τις θέσεις! Τράβα!" Στη συνέχεια τον μετέφεραν αναίσθητο με το φορείο στο Επταχώρι. Ο τραυματισμός του τού προκάλεσε προβλήματα σε συσχετισμό με την παλαιά στηθική του νόσο. Έτσι χρειάστηκε να αποχωρήσει από το μέτωπο, όπου τον αντικατέστησε ο τότε ταγματάρχης Ιωάννης Καραβίας. Η νίκη του αποσπάσματος του Δαβάκη είχε αποφασιστική σημασία στην έκβαση του πολέμου. Μάλιστα θεωρήθηκε η πρώτη ήττα του άξονα. Η επιτυχία του Δαβάκη συνίσταται "στην άμεση διάγνωση ενός τακτικού λάθους που έκανε ο Ιταλός μέραρχος να προχωρήσει γοργά προς τη Σαμαρίνα χωρίς να καλύψει το πλευρό της φάλαγγάς του". Ο Δαβάκης το είδε αμέσως και από τη δεύτερη μέρα του σκληρού αγώνα ήταν σίγουρος ότι χάρη σ' αυτό το λάθος "θα μάντρωνε τους Ιταλούς". Κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης νοσηλείας του Δαβάκη, οι πολεμικές επιχειρήσεις έληξαν και η χώρα βρέθηκε υπό κατοχή. Τον Δεκέμβριο του 1942, και ενώ ακόμα νοσηλευόταν στην Αθήνα, ο Δαβάκης συνελήφθη ως όμηρος από τις ιταλικές αρχές κατοχής, μαζί με πολλούς διακεκριμένους αξιωματικούς, γιατί θεωρήθηκαν ύποπτοι αντιστασιακής δράσης. Οι συλληφθέντες επιβιβάστηκαν στην Πάτρα στο ατμόπλοιο Τσιττά ντι Τζένοβα (Πόλη της Γένοβα) για να μεταφερθούν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Ιταλία. Το πλοίο αυτό τορπιλίστηκε από συμμαχικό υποβρύχιο και βυθίστηκε στα ανοιχτά των νότιων αλβανικών ακτών, με αποτέλεσμα οι επιβαίνοντες να πνιγούν στα νερά της Αδριατικής. (Ιανουάριος 1943). Το πτώμα του Δαβάκη περισυνελέγη, αναγνωρίστηκε και ετάφη στον Αυλώνα. Μεταπολεμικά τα οστά του διακομίστηκαν και ενταφιάστηκαν στην Αθήνα.

 

Ιωάννης Καραβίας ( 1899- 1994, Πάρος): Στις 28 Οκτωβρίου 1940, ημέρα κήρυξης του Ελληνοϊταλικού πολέμου (1940-1941) έφερε τον βαθμό του ταγματάρχη και υπηρετούσε στο 3ο γραφείο του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ). Στις 30 Οκτωβρίου, με εντολή του διοικητού του υποστράτηγου Βασίλειου Βραχνού, αναχώρησε προς το Επταχώρι προκειμένου να αποκαταστήσει την επικοινωνία ανάμεσα στο ΤΣΔΜ και το "Απόσπασμα Πίνδου", το οποίο διοικούσε ο συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Δαβάκης. Το Απόσπασμα αντιμετώπιζε με πολύ μεγάλη δυσκολία την επίθεση της επίλεκτης ιταλικής μεραρχίας αλπινιστών «Τζούλια», που κατευθυνόταν προς το Μέτσοβο, προκειμένου να υπερκεράσει την ελληνική αμυντική γραμμή του Καλπακίου. Στις 2 Νοεμβρίου, μετά τον τραυματισμό του συνταγματάρχη Δαβάκη και του αντισυνταγματάρχη Μεσίρη, ο Καραβίας ανέλαβε τη διοίκηση του Αποσπάσματος. Υπό την ηγεσία του δόθηκαν σκληρές μάχες με κατά πολύ υπέρτερες ιταλικές δυνάμεις στη Φούρκα και τα υψώματα Προφήτης Ηλία, Γύφτισσα και Ταμπούρι που στέφθηκαν από επιτυχία για τους μαχητές του Αποσπάσματος. Μετά την ελληνική νίκη, η οποία ήταν η πρώτη ελληνική νίκη στη Μάχη της Πίνδου, οι Ιταλοί αλπινιστές βρέθηκαν αποκομμένοι από τον υπόλοιπο στρατό και φοβούμενοι περικύκλωση και καταστροφή οπισθοχώρησαν σε μεγάλη αποδιοργάνωση. Μετά την οπισθοχώρηση των Ιταλών ο Καραβίας ηγήθηκε στρατιωτικών σωμάτων που πολέμησαν μέχρι τον Απρίλιο του 1941 τους Ιταλούς εντός του Αλβανικού εδάφους. Μετά την επίθεση των Γερμανών στην Ελλάδα και την συνθηκολόγηση, ο Καραβίας κατέφυγε στην Πάρο, τόπο καταγωγής της συζύγου του, και από εκεί διέφυγε στη Μέση Ανατολή. Εκεί διακρίθηκε στις επιχειρήσεις των Συμμάχων και στην Δεύτερη μάχη του Ελ Αλαμέιν ως υποδιοικητής τάγματος της 1ης Ταξιαρχίας. Στη συνέχεια, διετέλεσε διοικητής του 1ου Τάγματος της 3ης Ελληνικής Ορεινής Ταξιαρχίας του Ελληνικού Στρατού υπό τον συνταγματάρχη Θρασύβουλο Τσακαλώτο στη Μάχη του Ρίμινι, στην Ιταλία. Ο Καραβίας ηγήθηκε της επίθεσης στο Μοντιλιάνι και τη Μπελαρία και κατόρθωσε να καταλάβει το στρατιωτικό αεροδρόμιο του Ρίμινι ύστερα από σκληρή μάχη, συμβάλλοντας στην κατάληψη της πόλης στις 21 Σεπτεμβρίου 1944. Στις 27 Σεπτεμβρίου του 1944 ανέλαβε πάλι επιθετικές πρωτοβουλίες εναντίον της Γοτθικής Γραμμής και μετά από σκληρό αγώνα κατόρθωσε να περάσει τον ποταμό Ρουβίκωνα και να προωθηθεί αρκετά χιλιόμετρα εντός του γερμανοκρατούμενου εδάφους. Για τις νίκες αυτές η 3η Ορεινή Ταξιαρχία έλαβε το όνομα Ταξιαρχία Ρίμινι. Μετά την επιστροφή στην Ελλάδα πολέμησε στα Δεκεμβριανά στην Αθήνα και κατά τον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο 1946-1949 ηγήθηκε στρατιωτικών σωμάτων στις εκκαθαρίσεις της Πελοποννήσου.

 

Θρασύβουλος Τσακαλώτος (3 Απριλίου 1897, Πρέβεζα-15 Αυγούστου 1989, Αθήνα): Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος του 1940, τον βρήκε συνταγματάρχη Πεζικού, επικεφαλής του 3/40 Συντάγματος Ευζώνων, το οποίο διακρίθηκε ιδιαίτερα στην αναχαίτιση των Ιταλών στην Ήπειρο κατά τις πρώτες ημέρες του πολέμου. Στη κυβέρνηση Γεωργίου Τσολάκογλου 1941, ανέλαβε γενικός διευθυντής στο Υπουργείο Εθνικής Αμύνης, ενώ ταυτόχρονα συμμετείχε στην αντιστασιακή οργάνωση «Θέρος», που διοικούσε ο συνταγματάρχης Παναγιώτης Σπηλιωτόπουλος. Το 1943 διέφυγε στην Αίγυπτο και ανέλαβε την διοίκηση του Κέντρου Εκπαίδευσης Ελλήνων στρατιωτών στην Ισμαηλία. Ως έμπιστος της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης, τον Ιούλιο του 1944 ανέλαβε την διοίκηση της Γ΄ Ορεινής Ταξιαρχίας, η οποία διακρίθηκε κατά την εισβολή των Συμμαχικών Δυνάμεων στην Ιταλία και κυρίως κατά την κατάληψη του Ρίμινι (9–21 Σεπτεμβρίου 1944). Ως διοικητής της Γ΄ Ορεινής Ταξιαρχίας, επέστρεψε στην Ελλάδα τον Νοέμβριο του 1944 και συμμετείχε στα Δεκεμβριανά στις μάχες κατά του ΕΛΑΣ. Μετά τα Δεκεμβριανά, ανέλαβε την διοίκηση της ΙΙ Μεραρχίας Αθηνών.

 

Παναγιώτης Σπηλιωτόπουλος (1891, Καλάβρυτα - 16 Αυγούστου 1962): Στο Αλβανικό Μέτωπο πολέμησε αρχικά ως διοικητής Πεζικού της Ι Μεραρχίας και στην συνέχεια ως διοικητής της XV Μεραρχίας. Μετά την γερμανική εισβολή και την συνθηκολόγηση, ορίστηκε από την κυβέρνηση Τσολάκογλου αρχηγός της Χωροφυλακής αλλά ταυτόχρονα ίδρυσε την αντιστασιακή οργάνωση «Θέρος» της οποίας και ηγήθηκε. Ανάμεσα στα μέλη της οργάνωσης ήταν και ο Θρασύβουλος Τσακαλώτος. Τον Ιούλιο του 1944 ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου διόρισε τον Σπηλιωτόπουλο αντιπρόσωπο στην κατεχόμενη Ελλάδα της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης και του Συμμαχικού Στρατηγείου, προκαλώντας πολλές αντιδράσεις, όχι μόνο από το ΕΑΜ, αλλά και από τον ΕΔΕΣ. Στις 19 Σεπτεμβρίου 1944, ενόψει της επικείμενης αποχώρησης των Γερμανών, ο Παπανδρέου τον όρισε «στρατιωτικό διοικητή Αττικής». Αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του ο Σπηλιωτόπουλος προχώρησε στην μετονομασία και μετατροπή των ενόπλων αντιΕΑΜικών οργανώσεων σε επίσημες μονάδες του Στρατού. Χαρακτηριστικά, δημιούργησε το 1ο Σύνταγμα από την Οργάνωση «Χ» του Γεωργίου Γρίβα και την «Εθνική Δράση» του Χρήστου Ζαλοκώστα, το 20ό Σύνταγμα από τις οργανώσεις «ΡΑΝ», «Εθνικό Κομιτάτο» και άλλες μικρότερες Δεξιές ένοπλες ομάδες, και το 35ο Σύνταγμα από τον «προδοτικό» ΕΔΕΣ Αθηνών (τον οποίο είχε αποκηρύξει επίσημα ο ίδιος ο Ναπολέων Ζέρβας επειδή είχε συνεργαστεί με τους Γερμανούς) αγνοώντας πλήρως τον ΕΛΑΣ.

 

Χρήστος Ζαλοκώστας (Αθήνα, 1894 - 1975): Ήταν διακεκριμένος αθλητής, Έλληνας βιομήχανος του Πειραιά, πολιτικός και συγγραφέας. Με το ξέσπασμα του Ελληνοϊταλικού πολέμου έλαβε μέρος ως έφεδρος αξιωματικός.

 

Βσίλειος Βραχνός (Ναύπλιο, 1887 – Αθήνα, 7 Μαρτίου 1971): Όταν ξέσπασε ο πόλεμος με τους Ιταλούς στις 28 Οκτωβρίου 1940 ήταν Διοικητής της 1ης Μεραρχίας και διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο στην ελληνική νίκη στη Μάχη της Πίνδου. Στη διάρκεια της Κατοχής ήταν ένας από τους ιδρυτές της αντιστασιακής οργάνωσης "Άγνωστος Μεραρχία". Για τη δράση του συνελήφθη και φυλακίστηκε στην Ιταλία και στη Γερμανία. Απελευθερώθηκε το 1945.

Γεώργιος Τσολάκογλου (Ρεντίνα Αγράφων, Απρίλιος 1886 – Αθήνα, 22 Μαΐου 1948): Το 1940, είχε φθάσει στον βαθμό του αντιστρατήγου και ήταν διοικητής του Γ΄ Σώματος Στρατού (Δυτική Μακεδονία). Μετά την επίθεση των Ιταλών κατά τη μάχη του Μόραβα, με επιτυχημένο ελιγμό, και παρά τους δισταγμούς των ανωτέρων του, συνέβαλε στην πλήρη νίκη του υπ' αυτού Σώματος στρατού. Μετά την επίθεση όμως των Γερμανών κατά της Ελλάδος (6 Απριλίου 1941), την βαθιά στην συνέχεια διείσδυση αυτών προς τη Θεσσαλονίκη στις 9 Απριλίου του 1941 και την υποχώρηση του Ελληνικού Στρατού από το μέτωπο της Βορείου Ηπείρου, ο Τσολάκογλου και ορισμένοι άλλοι ανώτεροι αξιωματικοί του Στρατού έλαβαν την απόφαση, άνευ εγκρίσεως της προϊσταμένης τους Αρχής και μη λαμβάνοντας υπόψη αυτή εν καιρώ πολέμου, για συνθηκολόγηση, κρίνοντας εκείνοι πως κάθε αντίσταση στους κατακτητές θα ήταν μάταιη. Σημειώνεται ότι πριν εκδηλωθεί η ιταλική επίθεση του Μαρτίου, στην ειδική σύσκεψη αντιστρατήγων που είχε γίνει στην Αθήνα ο ίδιος ο Τσολάκογλου είχε ταχθεί στη συνέχιση του αγώνα ακόμα και με το ενδεχόμενο γερμανικής επίθεσης που ήδη διαφαίνονταν στον ορίζοντα. Έτσι, στις 20 Απριλίου 1941, ημέρα του Πάσχα, σε συνεννόηση με τον διοικητή του Α΄ Σώματος Στρατού, αντιστράτηγο Παναγιώτη Δεμέστιχα, τον διοικητή του Β΄ Σώματος Στρατού, αντιστράτηγο Γεώργιο Μπάκο, και τον Μητροπολίτη Ιωαννίνων Σπυρίδωνα που ήταν ο κατ΄ εξοχήν φορέας και υποκινητής της δυσάρεστης αυτής απόφασης, κατήργησε πραξικοπηματικά τον διοικητή Στρατιάς Ηπείρου Ιωάννη Πιτσίκα, ανέλαβε ο ίδιος διοικητής της Στρατιάς και υπέγραψε πρωτόκολλο ανακωχής με τον διοικητή της 1ης Μηχανοκίνητης Μεραρχίας Ες-Ες, υποστράτηγο Σεπ Ντίτριχ (Josef "Sepp" Dietrich), στο Βοτονόσι Ιωαννίνων. Ο αρχηγός του Ελληνικού Στρατού, αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος, σε τηλεγράφημά του προς το Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου, κατήγγειλε την πρωτοβουλία του Τσολάκογλου ως αντίθετη προς τα συμφέροντα της πατρίδας, διέταξε την αντικατάσταση του Τσολάκογλου και αγώνα «μέχρι εσχάτου ορίου δυνατοτήτων». Ήταν όμως ήδη αργά. Την επόμενη ημέρα (21 Απριλίου) στην Λάρισα, ο Τσολάκογλου, «υπό το κράτος βίας», υπέγραψε ως διοικητής της Ελληνικής Στρατιάς Ηπείρου και Μακεδονίας την άνευ όρων παράδοση του Ελληνικού Στρατού στους Γερμανούς. Εκ μέρους των Γερμανών, το πρωτόκολλο της παράδοσης συνυπέγραψε ο αρχηγός των γερμανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα, στρατηγός φον Γκράιφφενμπεργκ (von Greinffenberg). Στις 23 Απριλίου, ο Τσολάκογλου αναγκάσθηκε να υπογράψει στην Θεσσαλονίκη και τρίτο πρωτόκολλο με τον Γερμανό στρατηγό Άλφρεντ Γιοντλ (Alfred Jodl) και τον Ιταλό στρατηγό Αλμπέρτο Φερρέρο (Alberto Ferrero), για να ικανοποιηθεί και το γόητρο των Ιταλών. Την ίδια ημέρα ξεκίνησε και ο αεροπορικός βομβαρδισμός του Ναυστάθμου Σαλαμίνας και των γύρω της Αττικής λιμένων όπου και αναγκάσθηκε η ελληνική κυβέρνηση και ο Βασιλεύς Γεώργιος να μετακινηθούν με υδροπλάνο στην Κρήτη. Στις 30 Απριλίου του 1941 και ώρα 11 το πρωί, ο Τσολάκογλου ορκίσθηκε πρωθυπουργός στα Παλαιά Ανάκτορα, (σημερινή Βουλή), από τον πρωθιερέα του Ι. Ν. Αγίου Γεωργίου Καρύτση Ν. Παπαδόπουλο, κατόπιν βεβαίως αποδοχής των κατοχικών δυνάμεων και παρουσία των ανωτάτων διοικητών τους. Ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος είχε αρνηθεί να τον ορκίσει, πράγμα το οποίο ταυτόχρονα είχε απαγορεύσει και στους υπόλοιπους αρχιερείς και ιερείς της Ελλάδας, με το επιχείρημα ότι η Ελλάδα είχε εθνική κυβέρνηση, την οποία είχε ορκίσει ο ίδιος, εννοώντας εκείνη που βρισκόταν ακόμα σε ελληνικό έδαφος, στην Κρήτη, πριν μετακινηθεί ακόμα στη Μέση Ανατολή. Ο Τσολάκογλου παρέμεινε στη θέση μέχρι τις 2 Δεκεμβρίου του 1942, όταν με διάγγελμά του προς τον ελληνικό λαό παραιτήθηκε ορίζοντας αντικαταστάτη του τον μέχρι τότε αντιπρόεδρο της κυβέρνησής του, καθηγητή του πανεπιστημίου Κ. Λογοθετόπουλο, χωρίς να αναμιχθεί έκτοτε στα κοινά. Οι Βρετανοί στο μεταξύ έσπευσαν να τον καταγγείλουν ως Έλληνα Κουΐσλιγκ. Την ίδια ημέρα που ανακήρυξε επίσημα την Ελληνική Πολιτεία, εκπρόσωποι των δύο πολιτικών παρατάξεων (Βενιζελικοί, Λαϊκό Κόμμα), αναγνώρισαν την κυβέρνησή του ως «κυβέρνηση εθνικής ανάγκης». Την πρωθυπουργία του, αρχικά υποχρέωσε σε παραίτηση τον τότε Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο προωθώντας στη θέση του τον μετέπειτα αντιβασιλέα Δαμασκηνό με σύμφωνη γνώμη και των κατοχικών δυνάμεων. Επίσης προσπάθησε να διατηρήσει τη δραχμή ως κατοχικό νόμισμα, πλην όμως η δέσμευσή του από τις Αρχές κατοχής είχε σαν συνέπεια τη συνεχή υποτίμηση, που οδήγησε σε ραγδαίες αυξήσεις τιμών και πείνα, ενώ η χρυσή λίρα τότε αποθησαυριζόταν. Για την κατάσταση εκείνη οι Γερμανοί επέρριψαν ακέραιη την ευθύνη στους Ιταλούς που δεν έπραξαν τίποτε, κατά αρμοδιότητα που διατηρούσαν, για να προλάβουν αυτή την οικονομική εξέλιξη, αν και εισήγαγαν στη συνέχεια τη λεγόμενη "μεσογειακή δραχμή". Τελικά ο Τσολάκογλου παραιτούμενος από το αξίωμά του, μετά από πολλές πιέσεις που του άσκησαν εγγράφως οι άλλοι πολιτικοί αρχηγοί, μεταξύ των οποίων οι Καφαντάρης, Σοφούλης, Γονατάς, Μάξιμος, Πάγκαλος, ακόμη και ο Ράλλης, αλλά και μετά από δύο ανεπιτυχείς γύρους διαπραγματεύσεων με τους Γερμανούς (Βερολίνο - Σεπτέμβριος 1942) και Ιταλούς (Ρώμη - Οκτώβριος 1942), που αφορούσαν τα ελληνικά δημοσιονομικά, στη συνέχεια ιδιώτευσε. Στην πρώτη αυτή κατοχική κυβέρνηση συμμετείχαν οι άλλοι δύο αντιστράτηγοι της συνθηκολόγησης, Δεμέστιχας και Μπάκος, ο επόμενος κατοχικός πρωθυπουργός (ιατρός) Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος, που τελούσε χρέη αντιπροέδρου, καθώς και ο τότε υπουργός οικονομικών Σωτήριος Γκοτζαμάνης που διατηρήθηκε στην ίδια θέση από την επόμενη κυβέρνηση. Αμέσως μετά την απελευθέρωση, ο Τσολάκογλου συνελήφθη και φυλακίσθηκε στις φυλακές Αβέρωφ,. Παραπέμφθηκε στο δια της Συντακτικής Πράξεως με αριθμό 6/1945, της κυβέρνησης Ν. Πλαστήρα, συσταθέν Ειδικό Δικαστήριο, κατηγορούμενος για παράνομη συνθηκολόγηση που είχε προβεί με τον εχθρό, χαρακτηριζόμενη ως «συνθηκολόγησιν εν ανοικτώ πεδίω» και «πριν η υπ' αυτόν στρατιωτική δύναμις εκπληρώση πάν ό,τι το στρατιωτικόν καθήκον επιβάλλει» , καθώς και για εθνική αναξιότητα για την συνεργασία του, στη συνέχεια, με τις κατοχικές Δυνάμεις, αναλαμβάνοντας Πρωθυπουργός της χώρας. Η δίκη του ξεκίνησε στις 21 Φεβρουαρίου και έληξε στις 31 Μαΐου του 1945. Η δε απολογία του ήταν ιδιαίτερα λακωνική αλλά και περιεκτική. Τελικά το Ειδικό αυτό Δικαστήριο την τελευταία ημέρα της δίκης τον καταδίκασε σε θάνατο, ενώ ταυτόχρονα το ίδιο δικαστήριο ζήτησε την μετατροπή της ποινής σε ισόβια δεσμά για τις "πολλαπλές υπηρεσίες του στη χώρα ως στρατιωτικός". Έτσι, το Συμβούλιο Χαρίτων συνήλθε στις 19 Αυγούστου του 1945 και μετέτρεψε την ποινή σε ισόβια κάθειρξη και ακολούθως οδηγήθηκε στις "φυλακές Ζελιώτη" (όπου αργότερα το μέγαρο Μινιόν) της Αθήνας. Έχοντας όμως προσβληθεί από λευχαιμία, νοσηλεύθηκε επί έναν χρόνο στο Νοσηλευτικό Ίδρυμα του Μετοχικού Ταμείου Στρατού (ΝΙΜΤΣ), όπου και πέθανε στις 22 Μαΐου του 1948, στερημένος σύνταξης και πάμπτωχος. Η κηδεία του έγινε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών σε στενό οικογενειακό κύκλο.  To 1960 τα οστά του μεταφέρθηκαν σε άλλο τάφο που διέθεσε ο τότε δήμαρχος Αθηναίων Παυσανίας Κατσώτας.

 

Παναγιώτης Δεμέστιχας ((1884- 14 Νοεμβρίου,1960): Στον πόλεμο 1940-41 υπηρέτησε  ως διοικητής του Α' και Ε' Σώματος Στρατού. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής διετέλεσε υπουργός Εσωτερικών στην κυβέρνηση Τσολάκογλου και μεταπολεμικά καταδικάστηκε ως δωσίλογος. Απεβίωσε το 1960.

 

Γεώργιος Μπάκος (Μάνη1892 - Στεφάνη Βοιωτίας, 1945): Στον πόλεμο του 1940, υπηρέτησε ως διοικητής της 3ης Μεραρχίας. Μετά τη συνθηκολόγηση του 1941 έγινε υπουργός στην δωσιλογική κυβέρνηση του Γεωργίου Τσολάκογλου. Στη θέση αυτή παρέμεινε δυο χρόνια και φρόντισε για το μισθολόγιο των στρατιωτικών και για το κτίσιμο του νοσοκομείου ΝΙΜΤΣ (Νοσηλευτικό Ίδρυμα Μετοχικού Ταμείου Στρατού). Επίσης προσπάθησε να βοηθήσει οικονομικά ευέλπιδες που είχαν πολεμήσει στην Κρήτη και γυρνούσαν στην ηπειρωτική Ελλάδα σε πολύ κακή κατάσταση. Ο Μπάκος ήταν φανατικός γερμανόφιλος και πίστευε στην νίκη του Άξονα. Προσπάθησε, χωρίς επιτυχία, να δημιουργήσει την Κυανόλευκη μεραρχία στην οποία θα συμμετείχαν Έλληνες εθελοντές που θα πολεμούσαν στο ρωσικό μέτωπο μαζί με του Γερμανούς. Κατά τα Δεκεμβριανά συνελήφθη από δυνάμεις του ΕΛΑΣ και αφού κρατήθηκε όμηρος σε περιοχή της Πάρνηθας εκτελέστηκε, ύστερα από σύντομη δίκη, στις 6 Ιανουαρίου του 1945 στο χωριό Κρώρα.

 

Γεώργιος Γρίβας (Λευκωσία, 6 Ιουνίου 1897 - Λεμεσός, 27 Ιανουαρίου 1974): Γνωστός και με το παρατσούκλι Διγενής , ο Γρίβας με την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μετατέθηκε στη διεύθυνση επιχειρήσεων του Γενικού Επιτελείου Στρατού. Κατά τον Ιταλική εισβολή εναντίον της Ελλάδας ο Γρίβας μετατέθηκε στο αλβανικό μέτωπο, ύστερα από διαρκή του αιτήματα, όπου και υπηρέτησε από τις 20/1/1941 ως επιτελάρχης της ΙΙ Μεραρχίας. Ο Αρχιστράτηγος Αλ. Παπάγος τον τοποθετεί στο Γραφείο Επιχειρήσεων του Γενικού Επιτελείου και ορίζεται ως σύνδεσμος του Αλ. Παπάγου με τους διοικητές των μεγάλων μονάδων του μετώπου. Στα τέλη του 1940 προάγεται σε Αντισυνταγματάρχη. Παίρνει μέρος στην άμυνα κατά την Ιταλική επίθεση από 15/1/1941 έως 15/2/1941 εις Κλεισούραν και στις 28/2/1941 αντεπιτίθεται προς Λέκλι, Πεστάνι και Δκόλικο. Κατά την διάρκεια της Κατοχής, ίδρυσε στην Αθήνα την Οργάνωση Χ και επιδόθηκε στον αντικομμουνιστικό αγώνα. Υπάρχει αναφορά για συγκεκριμένο περιστατικό κατά το οποίο μέλη της Χ συνέλαβαν φοιτητές οι οποίοι κατέληξαν στην Γκεστάπο. Σε αποχαρακτηρισμένο αρχειακό υλικό της Βρετανικής μυστικής υπηρεσίας ΜΙ5, υπάρχει επιστολή του Διγενή προς τα αδέρφια του, με ημερομηνία 1 Φεβρουαρίου 1945, στην οποία ο αρχηγός της οργάνωσης Χ κάνει λόγο για συγκρούσεις της οργάνωσης με κατοχικά στρατεύματα καθώς και με κομμουνιστές και αναφέρει ότι ο ΕΛΑΣ κατέστρεψε και λεηλάτησε το σπίτι του. Η Χ σαν πλήρως αντικομμουνισική οργάνωση, κατασκόπευε για τις Συμμαχικές Δυνάμεις και ενεπλάκη σε μικρές αψιμαχίες με τις Γερμανικές Δυνάμεις. Συνολικά, είχε «προνομιακή σχέση με την Ειδική Ασφάλεια» του κατοχικού καθεστώτος, «μηδενική αντιστασιακή δράση» και απολάμβανε την «ανοχή των Γερμανών». Πιθανόν να εξοπλίσθηκε από τις κατοχικές δυνάμεις και, πριν την αποχώρηση των Γερμανών, τους βοήθησαν να οχυρωθούν στο Θησείο. Προς το τέλος της Κατοχής, η οργάνωση Χ έλαβε όπλα από τους Βρετανούς με τα οποία τα μέλη της αγωνίστηκαν στα Δεκεμβριανά του 1944.

 

Δημήτριος Κασλάς (1901- 1966, Αθήνα): Κατά την έκρηξη του πολέμου το 1940 υπηρετούσε στο 5ο Σύνταγμα Πεζικού Τρικάλων. Ξεκίνησε ως λοχαγός, αναλαβών κατά την διάρκεια των μαχών τη Διοίκηση του ΙΙ/5 Tάγματος, προαχθείς επ’ ανδραγαθία στο πεδίο της μάχης σε ταγματάρχη. Το αποκορύφωμα της ένδοξης πορείας του Tάγματος είναι η απόκρουση της σχεδιαθείσης με την παρουσία του ίδιου του Μουσολίνι μεγάλης Ιταλικής Επιθέσεως από 9-25 Μαρτίου 1941. Η επίθεση εκδηλώθηκε κυρίως εναντίον του υψώματος 731 το οποίο υπεράσπιζε το ΙΙ/5 τάγμα. Εκεί συνετρίβησαν οι πάνοπλες Μεραρχίες των Ιταλών. Για το ύψωμα 731 και τις μάχες που έγιναν από 9-24 Μαρτίου έχουν γράψει πολλοί Έλληνες και ξένοι, στρατιωτικοί και μη, εχθροί και φίλοι, και εκφράζουν τον θαυμασμό τους. Η νεότερη ιστορία το ονομάζει «Νέες Θερμοπύλες», εγράφη δε και ειδικός Θούριος ως εμβατήριο του Στρατού. Έγινε θρυλικό και είναι γραμμένο στο Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη στην Αθήνα. Οι στρατιώτες το ονόμασαν «Γολγοθά», γιατί, ενώ με την έναρξη των εχθροπραξιών ήταν δεντροσκεπασμένο, στο τέλος δεν έμεινε κανένα δέντρο και είχε τροποποιηθεί η γεωλογική μορφή του. Το ύψος του μειώθηκε κατά 5 μέτρα. Μετά την κατάρρευση του μετώπου ο Δ. Κασλάς επέστρεψε στο Πουρί Κατά την τριπλή κατοχή της Ελλάδας από την Γερμανία, την Ιταλία και την Βουλγαρία λαμβάνει μέρος στην Εθνική Αντίσταση με τον ΕΔΕΣ με την ομάδα του συνταγματάρχη Χατζηαναγνώστου αλλά θα συλληφθεί στη περιοχή των Φαρσάλων από τον ΕΛΑΣ στον οποίο και θα προσχωρήσει. Στον ΕΛΑΣ θα δράσει κυρίως ως Διοικητής του 52ου Συντάγματος Πεζικού, με καπετάνιο τον Γιάννη Μπάρδα (Φωτεινός) .Το 52ο Σύνταγμα είχε δραστηριότητα στην περιοχή Λαμίας – Καρπενησίου –Καρδίτσας και είχε στρατιωτικές επιτυχίες.

 

Μίλτος Ιατρίδης (1906, Σοφικό Κορίνθου - 18 Φεβρουαρίου 1960, Άγιοι Θεόδωροι Κορινθίας): Στις 10 Φεβρουαρίου 1939, προβιβάστηκε στο βαθμό του πλωτάρχη. Από τη θέση αυτή και με τη συνακόλουθη ανάληψη του αξιώματος του κυβερνήτη του, γηραιού τότε, υποβρυχίου «Παπανικολής», συνέβαλε τα μέγιστα στον αγώνα εναντίον του Άξονα. Στις 24 Δεκεμβρίου 1940, το υποβρύχιο «Παπανικολής» επιτέθηκε εναντίον μεγάλης ιταλικής νηοπομπής στην Αδριατική Θάλασσα και κατόρθωσε να βυθίσει στα Στενά του Οτράντο τρία ιταλικά οπλιταγωγά, συνολικού βάρους 25.000 τόνων, που μετέφεραν όπλα, πολεμοφόδια και εν γένει πολεμικό υλικό στα παράλια της Αλβανίας, για να ενισχυθούν οι ιταλικές μονάδες που προσπαθούσαν να νικήσουν τους Έλληνες. Για το κατόρθωμά του αυτό, ο κυβερνήτης Μ. Ιατρίδης προβιβάστηκε άμεσα σε αντιπλοίαρχο επ' ανδραγαθία και του απονεμήθηκε το «Χρυσούν Αριστείον Ανδρείας», στις 30 Δεκεμβρίου 1940.

 

Μιχαήλ Χατζηκωνσταντής (26 Νοεμβρίου 1906, Πειραιάς - 29 Δεκεμβρίου 1940, Αυλώνας): Το 1928 έλαβε τον βαθμό του ανθυποπλοιάρχου και το 1929 εισήλθε στη σχολή υποβρυχίων. Το 1934 προήχθη σε υποπλοίαρχο και το 1938 σε πλωτάρχη. Υπηρέτησε σε διάφορα υποβρύχια όπως τα Κατσώνης II, Νηρεύς I, Γλαύκoς II, Τρίτωνας και Πρωτεύς. Στο τελευταία υπηρέτησε τα περισσότερα χρόνια. Ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος τον βρήκε κυβερνήτη στον Πρωτέα, ένα υποβρύχιο του 1929. Στις 29 Δεκεμβρίου του 1940 βυθίστηκε από ιταλικά πολεμικά πλοία αύτανδρο στην περιοχή του Αυλώνα. Στις 19 Ιανουαρίου του 1941 του δόθηκε τιμητικά ο βαθμός του αντιπλοιάρχου, επ'ανδραγαθίαν.

 

Μαρίνος Μητραλέξης (1920, Μεσσηνία-1948, Αιγαίο Πέλαγος): Yπήρξε διακεκριμένος πιλότος της ελληνικής Πολεμική Αεροπορίας. Λόγω των εντυπωσιακών επιτευγμάτων του σε εναέριες πολεμικές αποστολές κατά τη διάρκεια του Ελληνο-ιταλικού πολέμου (1940) απέκτησε τη φήμη του θρυλικού χειριστή. Αποφοίτησε, ως Ανθυποσμηναγός, από τη Σχολή Ικάρων το καλοκαίρι του 1940. Μετά την έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου έλαβε μέρος σε αποστολές αναγνώρισης και αναχαίτισης ιταλικών αεροσκαφών, ως χειριστής αεροσκάφους PZL P.24. Ο ίδιος πραγματοποίησε ένα από τα πιο αξιοπρόσεκτα αεροπορικά κατορθώματα την εποχή εκείνη: έχοντας εξαντλήσει τα πυρομαχικά του, εμβόλισε με τον έλικά του την ουρά ενός ιταλικού βομβαρδιστικού Savoia-Marchetti SM.79 το οποίο έπεσε σε περιδίνηση και συνετρίβη αμέσως μετά. Ο ίδιος έκανε επιτυχή προσγείωση, συνέλαβε υπό την απειλή του όπλου του το πλήρωμα του βομβαρδιστικού και το παρέδωσε στις ελληνικές αρχές.

 

Ρήγας Ρηγόπουλος (1914,Αθήνα-2012,Αθήνα): Ήταν Έλληνας κοινωνιολόγος και αντιστασιακός. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών (ΑΣΟΕΕ) και εν συνεχεία έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι και στο Λονδίνο. Ανέπτυξε αντιστασιακή δράση κατά την περίοδο της Κατοχής ως ιδρυτής και αρχηγός της οργάνωσης Ελληνική Πατριωτική Εταιρία (ΕΠΕ). Μετά την ανακάλυψη του ασυρμάτου και τη σύλληψη και εκτέλεση αρκετών μελών της ΕΠΕ, διέφυγε στη Μέση Ανατολή, όπου κατατάχθηκε στον Ιερό Λόχο, εκπαιδεύτηκε ως καταδρομέας (έκανε πτώση με αλεξίπτωτο στη Σάμο) και πραγματοποίησε επιχειρήσεις κατά των Γερμανών στο Αιγαίο ως κυβερνήτης εξοπλισμένου καϊκιού από την Αλεξάνδρεια και τις ακτές της Τουρκίας.

 

Μαρδοχαίος Φριζής (1 Ιανουαρίου 1893, Χαλκίδα - 5 Δεκεμβρίου 1940, Αλβανία): Πριν ακόμη κηρυχθεί ο πόλεμος, ο Φριζής είχε εκπονήσει σχέδιο απώθησης του εχθρού σε περίπτωση επίθεσης, το οποίο είχε εγκριθεί από τον Παπάγο. Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940 τον βρήκε διοικητή του υποτομέα Δελβινακίου της 8ης Μεραρχίας. Η άμυνα του μετώπου Ηπείρου είχε ανατεθεί εξ ολοκλήρου στην 8η Μεραρχία. Η γραμμή αμύνης άρχιζε στα αριστερά από τα παράλια σύνορα Ελλάδος-Αλβανίας και στα δεξιά στηριζόταν στον Σμόλικα. Η διαταγή της 23ης Σεπτεμβρίου του 1940 καθόριζε ότι η Μεραρχία απεφάσισε να παρασύρει τον αντίπαλο επί της οργανωμένης άριστα τοποθεσίας Ελαία-Καλαμά κι από εκεί με αντεπιθέσεις να τον απορρίψει πέραν των συνόρων. Το σχέδιο όριζε ότι οι μονάδες προκάλυψης θα εκτελούσαν μαχόμενες υποχωρητικούς ελιγμούς μέχρι την γραμμή αμύνης παρασύροντας στην υποχώρησή τους τον εχθρό. Εκεί, οι μονάδες προκαλύψεως θα περνούσαν στα μετόπισθεν σαν εφεδρείες. Η 8η Μεραρχία ήταν την 27η Οκτωβρίου πανέτοιμη και πλήρως επιστρατευμένη. Μάλιστα το 39ο Σύνταγμα Ευζώνων Μεσολογγίου είχε προεπιστρατευθεί και πορευόταν προς την Ήπειρο για να ενταχθεί στην 8η Μεραρχία, ενώ την 28η Οκτωβρίου ήταν στο Αγρίνιο. Η διοίκηση των ελληνικών δυνάμεων ανατέθηκε στον Βασίλειο Βραχνό. Όταν άρχισε ο πόλεμος, οι 1.800 άνδρες του Δαβάκη αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν υπό την πίεση των 11.000 ανδρών της μεραρχίας ΤΖΟΥΛΙΑ, ενώ ο Δαβάκης τραυματίστηκε την έκτη ημέρα και αποχώρησε τραυματισμένος από το μέτωπο. Η ΤΖΟΥΛΙΑ επιτέθηκε με δύο έμβολα γύρω από τον Σμόλικα. Από την ΒΑ πλευρά επιτέθηκε με το 75% των δυνάμεών της (Βόρειο Συγκρότημα) ενώ το υπόλοιπο (Νότιο Συγκρότημα) επετέθη ΝΑ του Σμόλικα. Αν πετύχαινε η δράση του Νοτίου Συγκροτήματος της ΤΖΟΥΛΙΑ θα απέκοπτε τον στρατό Ηπείρου με κίνδυνο κυκλώσεως της 8ης Μεραρχίας. Για άμεση αντιμετώπιση του προβλήματος, ο Κατσιμήτρος διατάζει, την 31η Οκτωβρίου το βράδυ, τον Υποτομέα Αώου (Τάγμα Προκαλύψεως Κονίτσης) να συμπτυχθεί νοτίως του Αώου βόρεια από το Βρυσοχώρι και να συνδεθεί με το Απόσπασμα Μετσόβου, το οποίο εφεξής θα ανήκει στην 8η Μεραρχία. Έτσι, την 31η Οκτωβρίου το βράδυ, ο Υποτομέας Αώου και το Απόσπασμα Μετσόβου μαζί, αποτέλεσαν το Απόσπασμα Αώου του οποίου διοικητής ετέθη ο Αντισυνταγματάρχης Μαρδοχαίος Φριζής με στόχο την παρεμπόδιση του Νοτίου Συγκροτήματος της ΤΖΟΥΛΙΑ να κυκλώσει την 8η Μεραρχία περνώντας τον Αώο. Στις 10 Νοεμβρίου πήρε εντολή να κινηθεί στη δεξιά πλευρά του μετώπου για να σταματήσει την υποχώρηση. Τα κατάφερε και ταυτόχρονα προετοίμασε τους στρατιώτες του για την αντεπίθεση. Η ομάδα του Φριζή είναι επίσης αυτή που συνέλαβε τους πρώτους αιχμαλώτους πολέμου - περίπου 700 Ιταλούς - και που κράτησε τη γέφυρα του Καλαμά απωθώντας τους «Κενταύρους». Στις 10 Νοεμβρίου στη διάβαση "Κλέφτης" οι Αλπινιστές του 9ου Συντάγματος απελπισμένοι και εξουθενωμένοι παραιτήθηκαν του αγώνα και σκορπίστηκαν προς Νότο, αφού εγκατέλειψαν κάθε είδους πολεμικό υλικό, νεκρούς και τη σημαία του 3ου Τάγματος του 9ου Συντάγματος Αλπινιστών. Η Χ Ομάδα Αναγνωρίσεως κατεδίωξε τα απομεινάρια του 1ου Τάγματος του 9ου Συντάγματος όπου έπεσε μαχόμενος ο διοικητής του 9ου Συντάγματος της Τζούλια. Δεκάδες Αλπινιστές, σκόρπιοι και πεινασμένοι παρεδίδονταν όλη μέρα σε τμήματα της Μεραρχίας Ιππικού. Το Απόσπασμα Σπηλιωτοπούλου συνέλαβε 60 αιχμαλώτους. Ο Μαρδοχαίος Φριζής, υλοποιώντας τη διαταγή του Β' Σ.Σ. της 7ης Νοεμβρίου για περικύκλωση της ΤΖΟΥΛΙΑ, διέταξε μία Ημιλαρχία της 1ης Επιλαρχίας του 3ου Συντάγματος Ιππικού να καταδιώξει τα απομεινάρια του 8ου Συντάγματος της ΤΖΟΥΛΙΑ προς Κόνιτσα ενώ ο 2ος Λόχος του Τάγματος Κονίτσης θα τους περίμενε στο ύψωμα Σουσνίτσα κοντά στο χωριό Ελεύθερο. Οι Αλπινιστές αιφνιδιάστηκαν από την ενέδρα και είχαν 300 νεκρούς. 700 αλπινιστές από το 8ο Σύνταγμα παραδόθηκαν. Οι υπόλοιποι Αλπινιστές που ξέφυγαν, περίπου 7.500 άνδρες, πέρασαν στην Κόνιτσα κι από εκεί, μαχόμενοι και με μεγάλες απώλειες, για ανασυγκρότηση στην Πρεμετή, όπου στις 15 Νοεμβρίου ήταν πάλι ετοιμοπόλεμοι υπό τον Στρατηγό Νάσσι. Στη συνέχεια ο Μαρδοχαίος Φριζής ελευθέρωσε την Κόνιτσα και προχώρησε στο αλβανικό έδαφος ανακόπτοντας την προέλαση των Ιταλών, και επιτυγχάνοντας την αναστροφή του μετώπου. Στις 5 Δεκεμβρίου, βορειοανατολικά της Πρεμετής, ο Φριζής και οι άντρες του δέχθηκαν επίθεση από ιταλικά αεροπλάνα. Ο Φριζής έδωσε εντολή στους στρατιώτες του να πέσουν στα χαρακώματα, παρ' όλα αυτά, για να μην υπάρξει πανικός στους στρατιώτες, ο ίδιος παρέμεινε καβάλα στο άλογό του και συνέχισε να τους εμψυχώνει. Ως καβαλάρης έγινε εύκολος στόχος για τα εχθρικά αεροπλάνα. Στην αρχή δέχτηκε βολές από το αεροπορικό πολυβόλο και έπειτα μία βόμβα τον αποτελείωσε. Σύμφωνα με αφήγηση του εγγονού του, επίσης Μαρδοχαίου Φριζή, ο ιερέας του στρατεύματος του έκλεισε τα μάτια με την επιθανάτια εβραϊκή προσευχή: «Άκουσε Ισραήλ, ο Κύριος ο Θεός σου, ο Κύριος είναι ένας». Μετά τη θυσία του Φριζή, ο Μεταξάς και οι επικεφαλής των Ενόπλων Δυνάμεων έστειλαν συλλυπητήρια τηλεγραφήματα στα οποία τον υμνούσαν για το θάρρος και την ανδρεία του. Προτομές του έχουν τοποθετηθεί έξω από το Πολεμικό Μουσείο στο Καλπάκι, στη γενέτειρά του τη Χαλκίδα, στη Θεσσαλονίκη έναντι του Ιπποκρατείου Νοσοκομείου και στο Πολεμικό Μουσείο Αθηνών. Οδοί που φέρουν το όνομά του βρίσκονται στον Δήμο Αθηναίων κοντά στα σύνορα με το Ψυχικό και στην συνοικία Ξηροκρήνης του Δήμου Θεσσαλονίκης. Οδός Συνταγματάρχη Φριζή υπάρχει στη Πυλαία Θεσσαλονίκης και βρίσκεται μεταξύ του Νεκροταφείου του Γ΄ΣΣ και του Νεκροταφείου Πυλαίας.  Τα οστά του αναγνωρίστηκαν στην Αλβανία το 2002 και η σορός του βρίσκεται πια στο Ισραηλιτικό Νεκροταφείο Θεσσαλονίκης (Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης). Έχουν εκφραστεί διχογνωμίες ως προς το αν έπεσε με το βαθμό του Συνταγματάρχη, που του απονεμήθηκε επ' ανδραγαθία για τη νίκη επί της ΤΖΟΥΛΙΑ, ή με το βαθμό του Αντισυνταγματάρχη και ο βαθμός του Συνταγματάρχη του αποδόθηκε τιμητικά μετά θάνατον, και κατά συνέπεια με το αν ήταν ο πρώτος ανά βαθμό ανώτερος αξιωματικός που έπεσε στο ελληνοϊταλικό μέτωπο, πάντως κανείς δεν αμφισβητεί τη φιλοπατρία, το ακέραιο ήθος του, τον ηρωισμό και την προσφορά του.

 

Βασίλειος Αρσλάνογλου ή Ασλάνογλου (1908, Μερσίνη Κιλικίας-1942, Μάλτα): Ήταν Έλληνας ανώτερος στρατιωτικός, αντιπλοίαρχος του Β.Ν., ήρωας του Β' Π.Π. Κατά την έκρηξη του Β' Π.Π. και την είσοδο της Ελλάδας σ΄ αυτόν, αρχικά τοποθετήθηκε ύπαρχος στο υποβρύχιο Β.Π. - Υ/Β "ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ". Μετά την γερμανική εισβολή στην Ελλάδα στις αρχές Απριλίου, και την απόφαση που λήφθηκε να συνεχίσει το τότε Βασιλικό Ναυτικό τον αγώνα κατά του Άξονα στη Μέση Ανατολή, τοποθετήθηκε κυβερνήτης στο υποβρύχιο Β.Π. Υ/Β "ΓΛΑΥΚΟΣ", κατέχοντας τον βαθμό του πλωτάρχη. Στις 22 Ιουλίου του 1941 εκτελώντας περιπολία στη περιοχή της Ρόδου επιτέθηκε αιφνιδιαστικά με το πυροβόλο σε δύο ιταλικά επίτακτα έμφορτα εμπορικά πλοία τα οποία και βύθισε. Στις 10 Νοεμβρίου του 1941 εκτελώντας περιπολία ανοικτά της θαλάσσιας περιοχής Ηρακλείου Κρήτης εξαπέλυσε τορπίλες κατά του γερμανικού φορτηγού πλοίου NORBURG, εκτοπίσματος 3.000 τόνων το οποίο επίσης και βύθισε. Στη συνέχεια μετά από μηχανική βλάβη που σημειώθηκε, ο Β. Ασλάνογλου αναγκάσθηκε να πλεύσει με μία μηχανή στη Μάλτα προς επισκευή στην οποία και κατέπλευσε στις 19 Νοεμβρίου. Λόγω όμως της μεγάλης έλλειψης ανταλλακτικών αλλά και των συνεχών αεροπορικών εχθρικών επιδρομών, η επισκευή του πλοίου παρατεινόταν συνέχεια. Σε μία από εκείνες τις επιδρομές, ίσως τη σφοδρότερη που σημειώθηκε, στις 27 Φεβρουαρίου του 1942 ο πλωτάρχης Β. Ασλάνογλου φονεύθηκε, καθώς επίσης και ο αξιωματικός του ανθυποπλοίαρχος Ιωάννης Κωστάκος. Ο Πλωτάρχης Βασίλειος Αρσλάνογλου προήχθη "μετά θάνατον" στο βαθμό του αντιπλοιάρχου "επ΄ ανδραγαθεία" από τον Βασιλέα Γεώργιο Β΄ δια του Βασιλικού Διατάγματος 31 Μαΐου του 1942 ακολουθούμενο με απονομή ελληνικών και συμμαχικών παρασήμων. Το όνομά του δόθηκε αργότερα "τιμής ένεκεν" σε ένα από τα παραληφθέντα από ΗΠΑ περιπολικά πλοία - κανονιοφόρους που κατέπλευσαν στο Ναύσταθμο Σαλαμίνας στις 19 Μαρτίου του 1948, παρουσία του Βασιλέως Παύλου Α΄. Στις 5 Νοεμβρίου του 2010, μετά τη σύμφωνη γνώμη της οικογενείας του, έγινε η μετακομιδή των οστών του από το κοιμητήριο της Καλλιθέας στο οστεοφυλάκιο του μνημείου των πεσόντων του Πολεμικού Ναυτικού στο "Κέντρο Εκπαιδεύσεως Παλάσκας", στο γνωστό ύψωμα όπου και φέρεται μεγάλος επιβλητικός σταυρός σε μία σεμνή επιμνημόσυνη δέηση και τελετή που παρευρέθηκε η ηγεσία του Π.Ν. και αντιπροσωπείες των στρατιωτικών παραγωγικών σχολών.

 

Βασίλειος Βασιλειάδης (1920, Ρουέν-1945, Μπόχολτ): Τη μέρα που κηρύχτηκε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, βρισκόταν εν πλω σε εκπαιδευτικό ταξίδι στη Μεσόγειο. Κατά την επιστροφή του, ο πατέρας του τον έστειλε στην Αγγλία για σπουδές, όπου και τον βρήκε η πλήρης εμπλοκή του πολέμου. Προσφέρθηκε να υπηρετήσει στη RAF (13 Οκτωβρίου 1942), επειδή υπήρχε μεγάλη ανάγκη για πιλότους την ώρα εκείνη. Πέρασε τα πρώτα χρόνια εκπαιδευόμενος σε Σπίτφαϊαρ τύπου MkV και IX και το 1942, με τον βαθμό του Ιπτάμενου Αρχισμηνία βρέθηκε στο σμήνος 19 της RAF, ένα απ τα πρώτα που είχαν πετάξει τα Σπίτφαϊαρ στη Μάχη της Αγγλίας το 1940, αλλά που τώρα εφοδιάζονταν με τα Mάστανγκ (Mustang Mk III). Οι κύριες αποστολές του ήταν επιθέσεις εναντίον της κατοχικής Γαλλίας και των γερμανικών βάσεων στην περιοχή της Νορμανδίας και Βρετάνης. Σημειώνει 6 ½ καταρρίψεις, με τις οποίες κερδίζει την πρώτη του διάκριση (26/7/444) και τον βαθμό του Ανθυποσμηναγού, πετώντας με το αεροσκάφος QV-D με αριθμό σειράς FB201. Το 1944, με το σμήνος του θα βρεθεί να υποστηρίζει τις πρώτες αποβατικές δυνάμεις στη Νορμανδία (D-Day). Σε μια αποστολή εναντίον των γεφυρών στο Σηκουάνα νότια της Ρουέν, με σκοπό να αποκόψει την υποχώρηση των Γερμανών (πάνω στην σημερινή Εθνική Οδό A13 που ενώνει τη Νορμανδία με το Παρίσι), καταρρίπτεται πετώντας με το Mustang QV-V FB116 στην δασώδη περιοχή του Σαιντ Πιέρ Λες Ελμπέφ (Saint Pier Les Elbeufs). Θα περισυλλεγεί και θα βρει κατάλυμα στην οικογένεια του Ζαν Οζέρ, που μετέχει στην αντίσταση. Στην παραμονή του εκεί, για κάπου 15 ημέρες, θα βρει την τελευταία του ευκαιρία να δει την γιαγιά του στην υπό κατοχή ακόμα Ρουέν, χάρις στην βοήθεια των Μακί. Σύντομα, τα πρώτα Αμερικανικά στρατεύματα φτάνουν στο σπίτι που κρύβεται κι έτσι μπορεί να επιστρέψει στην μονάδα του και ακολουθεί μετακίνηση στο σμήνος No 3 της RAF. Εκεί, θα βρεθεί υπό την διοίκηση του Σμηναγού Πιέρ Ανρύ Κλόστερμαν, εθελοντή των Ελευθέρων Γάλλων στην RAF, ο οποίος θα τον αναφέρει αργότερα και στο βιβλίο του «Το Μεγάλο Τσίρκο», από το οποίο έγινε γνωστή η ύπαρξη του Βασιλειάδη στο ευρύτερο κοινό. Κοντά στα Χριστούγεννα του 1944, η μονάδα του μεταφέρεται στην απελευθερωμένη Ολλανδία, στο Φόλκελ, και εφοδιάζεται με τα νέα δυναμικά Χώκερ Τέμπεστ (Hawker Tempest), που έχουν ρόλο να εξολοθρεύσουν τις συγκοινωνίες στο γερμανικό έδαφος και να αποκρούουν τις πτήσεις των νέων εξελιγμένων καταδιωκτικών Φώκε Γούλφ Fw190-D και των αεριωθουμένων Me262 που εφορμούν απ τα γερμανικά αεροδρόμια των Ρέϊνε και Γκούτερσλω. Στην διάρκεια αυτή χρεώνεται με 5 ακόμα καταρρίψεις κερδίζοντας την δεύτερη διάκρισή του και τον βαθμό του Υποσμηναγού. Στις 25 Μαρτίου 1945 διοικεί μια ομάδα εκτελώντας χρέη Σμηναγού στην περιοχή του Μπόχολτ (ανατολικά του Μούνστερ) εναντίον πομπής στρατιωτικών φορτηγών. Το εξαιρετικά πυκνό αντιαεροπορικό πυρ κάνει διστακτικούς τους υπόλοιπους του σμήνους και θέλοντας να δώσει ο ίδιος το παράδειγμα επιτίθεται μέσα σε ένα χάος πυρών. Την πρώτη φορά ξεπερνάει το φράγμα τους αλώβητος αλλά επιμένει σε μια δεύτερη επίθεση. Οι υπόλοιποι πιλότοι του αρνούνται και πάλι. Εκείνος θα εφορμήσει εκ νέου, αλλά το αεροπλάνο του (Tempest , JF-A, EJ755) εκρήγνυται αυτή την φορά στον αέρα. Tο πτώμα του ποτέ δεν βρέθηκε για να ταφεί, η Αγγλία χάραξε το όνομά του στο μνημείο των πιλότων της Κοινοπολιτείας στο Ράνυμεντ (Runnymede) κοντά στο Γουίνδσορ. Είναι ο Έλληνας πιλότος με τις περισσότερες επίσημες καταρρίψεις και του οποίου το όνομα μνημονεύεται σε μη ελληνικό μνημείο. Ο πατέρας του ονόμασε ένα φορτηγό ιδιοκτησίας του, τύπου Λίμπερτυ, Υποσμηναγός Βασιλειάδης. Ένας πίνακας με τον Βασιλειάδη εν στολή βρίσκεται στους τοίχους του γυμνασίου στο οποίο φοίτησε."

 

Κωνσταντίνος Βερσής (1901,Αθήνα-1941, Ράψιστα Ιωαννίνων): Υπήρξε αξιωματικός πυροβολικού του Ελληνικού Στρατού και ήρωας του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Τον Απρίλιο του 1941, μετά την εισβολή της Γερμανίας, προς υποστήριξη της Ιταλίας, το μέτωπο σύντομα κατέρρευσε και οι ελληνικές δυνάμεις αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν. Ένας από τους όρους της συνθηκολόγησης προέβλεπε την παράδοση του οπλισμού των στρατιωτών στους Γερμανούς, μέχρι τις 26 Απριλίου. Ο Βερσής μη αποδεχόμενος τους ταπεινωτικούς όρους, και θεωρώντας την παράδοση των όπλων ως τον έσχατο εξευτελισμό για τον μαχητή, ως ύστατη πράξη ηρωισμού, διέταξε τους άνδρες του να συγκεντρώσουν τα πυροβόλα της Μοίρας και να τραγουδήσουν τον Εθνικό Ύμνο στραμμένοι προς νότο, προς την υπόλοιπη Ελλάδα. Αφού χαιρέτισε στρατιωτικά τα πυροβόλα, διέταξε να τα καταστρέψουν, ενώ κατά τη διάρκεια των εκρήξεων αυτοκτόνησε. Η τάξη αποφοίτων 2010 της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων ονομάζεται τάξη 'Ταγματάρχη Πυροβολικού Κωνσταντίνου Βερσή', τιμής ένεκεν. Επίσης, το στρατόπεδο της Άρτας, ονομάζεται Στρατόπεδο Βερσή προς τιμήν του ταγματάρχη Κωνσταντίνου Βερσή.

 

Αλέξανδρος Διάκος (1911 - 1 Νοεμβρίου 1940): Ήταν ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός (υπολοχαγός) του Στρατού Ξηράς που έπεσε μαχόμενος στο Ελληνοαλβανικό μέτωπο, και συγκεκριμένα έπεσε στα χέρια του στρατιώτη Μιχάλη Μαλαμά την 1η Νοεμβρίου 1940 στην Πίνδο στην τοποθεσία Τσούκα. Η προτομή του αξιωματικού βρίσκεται στην είσοδο της Σαμαρίνας και κάθε χρόνο στις 28 Οκτωβρίου κατατίθεται στεφάνι για την μνήμη του. Σύμφωνα με την αναφορά του Ταγματάρχη Καραβία, ο λόχος δέχτηκε επίθεση από πολλαπλάσιες Ιταλικές δυνάμεις Αλπινιστών ο Διάκος στεκόταν όρθιος κραυγάζοντας και δίνοντας εντολές για να εμψυχώσει τους στρατιώτες του, κατάφερε να ανασυντάξει τον λόχο του και να αντεπιτεθεί στους Ιταλούς κάνοντας έφοδο, για την ανακατάληψη του υψώματος, και μπαίνοντας πρώτος στην μάχη, ριπή πολυβόλου τον φόνευσε. Στο σημείο που έγινε η μάχη έχει στηθεί ανδριάντας του.

 

Βασίλης Λάσκος (Μάνδρα, 17 Αυγούστου 1899 - θαλάσσια περιοχή Σκιάθου, 14 Σεπτεμβρίου 1943): Ήταν Έλληνας στρατιωτικός. Ως αντιπλοίαρχος του Πολεμικού Ναυτικού (τότε Βασιλικού Ναυτικού) και τελευταίος κυβερνήτης του υποβρυχίου Κατσώνης, υπήρξε ήρωας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Με την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου επέστρεψε στην Ελλάδα και ανέλαβε πλοίαρχος σε μεταγωγικά. Μετά την Γερμανική εισβολή διέφυγε στη Μέση Ανατολή, όπου επανεντάχθηκε στο Ναυτικό και με δική του επιμονή ανέλαβε Κυβερνήτης του παμπάλαιου Κατσώνη. Μόλις τελείωσε η επισκευή του σκάφους, ο Κατσώνης βυθίστηκε, αλλά χάρη στο πείσμα και στην επιμονή του Λάσκου ανελκύσθηκε, επισκευάστηκε και εκσυγχρονίσθηκε από τους Άγγλους. Στην συνέχεια ο Κατσώνης ανέλαβε αποστολές στα Ελληνικά νερά όπου χάρη στις παράτολμες ενέργειες του Λάσκου είχε σημαντικές επιτυχίες. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1943, κατά τη διάρκεια αναζήτησης εχθρικής νηοπομπής, ενεπλάκη με γερμανικό καταδιωκτικό υποβρυχίων (UJ -2101) και μετά από δίωρη καταδίωξη εξαναγκάσθηκε σε ανάδυση και εξόρμηση διά πυροβόλου. Μετά από σφοδρή ανταλλαγή πυρών εμβολίστηκε από το διώκτη του, με αποτέλεσμα να βυθιστεί στις 8:58 μμ., σε στίγμα Φ 39° 16΄Β και Λ 023° 27΄Α και βάθος 630 μέτρων (βόρεια της Σκιάθου). Ο Βασίλης Λάσκος τιμήθηκε με τον Πολεμικό Σταυρό Α' Τάξης (2 Ιουνίου 1943) για την τόλμη του και την επίδειξη υψηλής αίσθησης του καθήκοντος κατά τη διάρκεια περιπολίας του Κατσώνη. Επίσης, με τον Πολεμικό Σταυρό Γ΄ Τάξης (15 Σεπτεμβρίου 1943) για επίδειξη ιδιαίτερων ικανοτήτων σε εκτέλεση αποστολής. Για τη συνολική δράση του στα υποβρύχια και την τελική του αυτοθυσία τού απονεμήθηκε το Χρυσούν Αριστείο Ανδρείας και, εκ μέρους των Βρετανών, το παράσημο του Τάγματος Διακεκριμένης Υπηρεσίας (Distinguished Service Order). Προήχθη σε Πλοίαρχο μετά θάνατον «επ' ανδραγαθία» στις 4 Δεκεμβρίου 1943, με αναδρομική ισχύ από 14 Σεπτεμβρίου 1943. Τιμώντας τη μνήμη του Λάσκου, το όνομά του δόθηκε από το Πολεμικό Ναυτικό δυο φορές σε πλοία: αρχικά, σε μια κανονιοφόρο (1947-1970) και, κατόπιν, σε μια πυραυλάκατο (1976 -έως σήμερα). Επιπλέον, στην Ελευσίνα έχει εγερθεί ανδριάντας του, ενώ στη Χώρα της Σκιάθου υπάρχει μνημείο αφιερωμένο στον Κατσώνη και το ηρωικό πλήρωμά του. Το πορτραίτο του κοσμεί αίθουσα στο Πολεμικό Μουσείο των Αθηνών.

 

Ιωάννης Παπαρρόδου (1904, Λαμία- 1941): Υπήρξε Έλληνας στρατιωτικός, ήρωας του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και πανελληνιονίκης χιονοδρόμος. Συμμετείχε στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο του 1940, στην αρχή ως διοικητής του τάγματος της 21 Μοίρας Ορειβατικού Πυροβολικού στην περιοχή Πόγραδετς. Αργότερα έγινε Διοικητής της 21ης Μοίρας Ορειβατικού Πυροβολικού. Κατά την σύμπτυξη από το αλβανικό μέτωπο λόγω της γερμανικής εισβολής στην Ελλάδα, ως Διοικητής της παραπάνω μοίρας, διατάχθηκε και κατέλαβε αρχικά στρατηγικές θέσεις στα υψώματα νοτιοανατολικά της κωμόπολης Μανιάκοι Καστοριάς, κοντά στο Δισπηλιό. Έπειτα πολέμησε εναντίον γερμανικών μηχανοκίνητων στρατιωτικών τμημάτων στην Μάχη της στενωπού της Κλεισούρας. Σκοτώθηκε τις απογευματινές ώρες της 13ης Απριλίου 1941 μαχόμενος και πληγωμένος θανάσιμα από ριπή πολυβόλου.

 

Θεόδωρος Πεζόπουλος (1894,Αθήνα - 22 Απριλίου 1941, Σαρωνικός Κόλπος): Ήταν Έλληνας αντιπλοίαρχος του Πολεμικού Ναυτικού και ένας από τους ήρωες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Γεννήθηκε το 1894 στην Αθήνα και σκοτώθηκε από πυρά γερμανικών αεροσκαφών. Ήταν κυβερνήτης του αντιτορπιλικού "ΥΔΡΑ" το οποίο βυθίσθηκε στις 22 Απριλίου 1941, έξω από τις Λαγούσες νήσους, κοντά στην Αίγινα. Ως αξιωματικός του Ναυτικού υπηρέτησε διοικητής της Μοίρας Υποβρυχίων και κυβερνήτης στο υποβρύχιο "Τρίτων". Το Πολεμικό Ναυτικό ως ένδειξη τιμής έχει ονομάσει πυραυλάκατο με το όνομα Πεζόπουλος P 73. Η φωτογραφία του βρίσκεται στην Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, ενώ ο Δήμος Αθηναίων τιμώντας την μνήμη του έχει ονομάσει οδό, κάθετη στην Λεωφόρο Κηφισίας, κοντά στον Ερυθρό Σταυρό.

 

Σπύρος Πισσάνος- «Ο Ιπτάμενος Έλληνας» (10 Νοεμβρίου 1919 - 6 Ιουνίου 2016): Ήταν Έλληνας αεροπόρος που πολέμησε κατά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο στην Μοίρα των εθελοντών Αμερικανών πιλότων American Eagles της RAF και στην 4η Μοίρα Δίωξης της Αμερικανικής USAF. Τελείωσε τον πόλεμο σαν Σμηναγός, με 10 καταρρίψεις, στην Πολεμική Αεροπορία των Ηνωμένων Πολιτειών. Στο αμέσως μετά τον πόλεμο διάστημα υπήρξε δοκιμαστής πιλότος των πρώτων αεριωθουμένων αεροπλάνων. Μέχρι σήμερα ζούσε στο Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνια, εν αποστρατεία Συνταγματάρχης της USAF. Το 2008 εξέδωσε το βιβλίο του 'The Flying Greek' περιγράφοντας την περιπέτειά του στην Αμερική και τις προσωπικές του αναμνήσεις από τον πόλεμο. Αρχές του 1942 εντάχθηκε εθελοντικά σε ομάδες αγγλόφωνων πιλότων που θα πολεμούσαν για την Αγγλική RAF. Εκεί έγινε Ανθυποσμηναγός, στo 71 Σμήνος των American Eagles. Οι American Eagle στις 24 Οκτωβρίου 1942 συγχωνεύτηκαν με την 4η Μοίρα Δίωξης (4th Fighter Group) της USAAF, που είχε την έδρα της στο Ντέμπντεν, κοντά στο Στάνστεντ. Ο Πισσάνος ήταν ο μόνος μη Αμερικανός σε αυτήν την ομάδα, οπότε του προτάθηκε μια άμεση αλλαγή εθνικότητας, που ακολούθησε και μια μετονομασία σε Steven. Στο εξής θα ήταν ο Υποσμηναγός Steven Pissanos, του Σμήνους 334 της 4th FG, αλλά σύντομα, όταν σημείωσε τις πρώτες του καταρρίψεις σε ένα P-47C (Miss Plainfield) οι τοπικές εφημερίδες της γειτονιάς του στο Plainfield του Νιού Τζέρσεϊ τον αναφέρουν σαν τον «Ιπτάμενο Έλληνα» (The Flying Greek). Ο Πισσάνος συμμετείχε σε πολλών ειδών επιχειρήσεις μεταξύ των κατεχομένων εδαφών της Γαλλίας, Βελγίου, Ολλανδίας και Γερμανίας. Στις 29 Ιανουαρίου 1944, τα καταδιωκτικά της 4th FG συνόδευσαν 803 βομβαρδιστικά της 8ης Αεροπορικής Δύναμης σε μια επίθεση εναντίον της Φρανκφούρτης. Ο Σπύρος Πισσάνος πέτυχε μια διπλή νίκη πάνω απ το Άαχεν, εναντίον 2 γερμανικών καταδιωκτικών Me-109F της Μοίρας Δίωξης JG 2. Στις αρχές του 1943 η Μοίρα του παρέλαβε τα νέα καταδιωκτικά P-51B Mustang, μεγάλης ακτίνας δράσης, και ο Πισσάνος στις 3 Μαρτίου 1943, βρέθηκε πάνω από το Βερολίνο, συμμετέχοντας με τον νέο τύπου αεροπλάνου αλλά με τα ίδια διακριτικά στην υποστήριξη του πρώτου βομβαρδισμού της USAF στην γερμανική πρωτεύουσα, που τελικά ματαιώθηκε λόγω κακοκαιρίας. Είχε ήδη 8 καταρρίψεις, όταν στις 5 Μαρτίου 1944 η Μοίρα του συνόδευσε βομβαρδιστικά εναντίον στόχων στην Ν. Γαλλία. Κατάφερε να καταρρίψει δυο ακόμα Me-109F αλλά στην επιστροφή η μηχανή του σταμάτησε, με αποτέλεσμα να προσγειώσει ανώμαλα το αεροπλάνο του στα περίχωρα της Χάβρης. Κρύφτηκε με τη βοήθεια των Γάλλων Μακί, εντάχτηκε στις δυνάμεις τους και πολέμησε μαζί τους για έξι μήνες, ενώ ταυτόχρονα εκτελούσε χρέη πράκτορα πληροφοριών για την OSS με σκοπό τον εντοπισμό στόχων για την αεροπορία. Μετά τις μάχες του Παρισιού επέστρεψε στον Αμερικανικό Στρατό, αλλά τότε πληροφορήθηκε ότι λόγω της συνεργασίας του με την Αντίσταση δεν θα του επιτρεπόταν πλέον να πετάξει, από φόβο μην αιχμαλωτιστεί και υποκύψει προδίδοντας τους συνεργάτες του. Έτσι προβιβάστηκε σε Σμηναγό και στάλθηκε σαν δοκιμαστής αεροπλάνων στις ΗΠΑ ως το τέλος του πολέμου.

 

Γιάννης Αγοραστός Πλαγής (1919,Ροδεσία-1974, Ροδεσία): Υπήρξε άσος Έλληνας πιλότος που πολέμησε με την Αγγλική Βασιλική Αεροπορία (RAF) στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Τιμήθηκε με τα παράσημα Διακεκριμένων Υπηρεσιών (DSO) και τον Διακεκριμένο Σταυρό Πτήσεων με Διεμβολή (DFC & Bar) για τις 19 αναγνωρισμένες καταρρίψεις του και ανήλθε στον βαθμό του αντισμήναρχου. Ζήτησε ήδη από το 1939 να ενταχθεί στην πολεμική αεροπορία της Ροδεσίας αλλά του το αρνήθηκαν μέχρι που στα τέλη του 1940 ενεπλάκη και η Ελλάδα στον πόλεμο ως σύμμαχος της Αγγλίας. Τον δέχονται το 1941 και μέχρι τον Ιανουάριο 1942, συμπληρώνει την εκπαίδευσή του στην Νότια Ροδεσία και μετατίθεται στην Αγγλία με τον βαθμό του Επισμηνία. Εκεί λαμβάνει μέρος στις πρώτες εξορμήσεις πάνω από την κατεχόμενη Ευρώπη πετώντας με τύπο αεροσκάφους Spitfire Mk V – με χαρακτηρισμό και αριθμό σειράς, SH-B, BL734. Σύντομα μέσα στο ίδιο έτος προθυμοποιείται να ενταχθεί στη Μοίρα 249 το οποίο εδρεύει στην Μάλτα, με τον βαθμό του Ανθυποσμηναγού. Το νησί δέχεται αλλεπάλληλες επιθέσεις από την Ιταλική και Γερμανική αεροπορία και η δοκιμαζόμενη ΡΑΦ έχει χάσει ήδη κάπου 300 μαχητικά αεροπλάνα σε μια άνιση αναμέτρηση. Ο Γιάννης Πλαγής απονηώνεται με τα πρώτα 16 Spitfire Mk Vb από το κατάστρωμα του αεροπλανοφόρου Eagle στα νερά της Αλγερίας με κατεύθυνση την Μάλτα, πετώντας το αεροπλάνο με κωδικό αριθμό GN-K (τα γράμματα GN ήταν χαρακτηριστικά του σμήνους 249) και αριθμό σειράς ΑΒ346. Αμέσως μετά την προσγείωση ακολουθεί συναγερμός για απογείωση καθώς και νέα κύματα βομβαρδιστικών επανέρχονται με σκοπό να εξουδετερώσουν την αμυντική αεροπορία του νησιού. Ο ίδιος αναφέρει ότι σε δυο εβδομάδες όλα αυτά τα αεροπλάνα είχαν τεθεί εκτός μάχης καθώς αντιμετώπιζαν εξαιρετικά πολυάριθμο εχθρό. Αναφέρει ειδικά ότι «..αν 4 δικά μας διωκτικά αντιμετώπιζαν 20-30 αντίπαλα αεροσκάφη θεωρούσαμε την αναλογία ευνοϊκή για μας καθόσον συνήθως ένα δικό μας σμήνος αποστέλλονταν να αντιμετωπίσει μέχρι και 100-150 αντίπαλα εχθρικά ». Κάτω από παρόμοιες συνθήκες όσοι είχαν την τύχη να επιζήσουν σε ένα τέτοιο περιβάλλον είχαν την ευκαιρία και να διακριθούν. Αυτό συνέβη και με τον Γιάννη Πλαγή που την 1η Απριλίου 1942 οδηγεί 4 Spitfire Mk Vb για να αναχαιτίσει Ιταλο-Γερμανικά σμήνη από 180 βομβαρδιστικά και 80 μαχητικά, όπου καταρρίπτει 4, έχει πιθανότατα καταρρίψει ένα 5ο ενώ προκαλεί σοβαρές ζημιές σε ένα βομβαρδιστικό Junkers Ju 88. Τότε του απονέμεται και η πρώτη διάκριση του Διακεκριμένου Σταυρού Πτήσεων και όπου στο κείμενο απονομής αναφέρεται συγκεκριμένα: « Ο πιλότος αυτός τυχαίνει ειδικής μνείας. Πετώντας με το Spitfire αποδεικνύεται ολέθριος αντίπαλος» . Παράλληλα γίνεται αντίστοιχη αναφορά στον καθημερινό τύπο της Μάλτας. Ακολουθεί προαγωγή σε Υποσμηναγό. Στις 6 Ιουνίου του ίδιου έτους σε μια ανάσχεση 40 βομβαρδιστικών χρεώνεται με 2 νέες καταρρίψεις ενώ του αναγνωρίζονται και άλλες 4 πιθανές. Ακολουθεί προσθήκη μιας Διεμβολής στο προηγούμενο παράσημο και μετάθεση στη Μοίρα 185. Στο κείμενο απονομής αναφέρεται ότι «...Το παράδειγμα για την γενναιότητά του θεωρείται αξεπέραστο έως σήμερα...». Τις περισσότερες καταρρίψεις του, συνολικά 13 στη Μάλτα, έχει πετύχει με το αεροπλάνο του Β, BR321, με το όνομα της αδελφής του Καίτης, σαν ΚΑΥ (αγγλική συντόμευση του ΚΑΙΤΗ) όνομα που φέρουν όλα του τα αεροσκάφη έκτοτε, όπως το Spitfire 5Β ‘ΚΑΥ’ με τις 13 νίκες του Γιάννη Πλαγή στην Μάλτα. Τον Αύγουστο μετατίθεται από την Μάλτα για την Αγγλία μετά από διαπίστωση ψυχοσωματικής κόπωσης. Οι Έλληνες κάτοικοι της Μάλτας του χαρίζουν αναμνηστική τιμητική πλάκα για τις διακρίσεις του την οποία εμπιστεύτηκε σε ένα μέλος του υποβρυχίου HMS Tortoise, που όμως χάθηκε στην Μεσόγειο, μαζί με αυτήν. Έχει ήδη εν τω μεταξύ ανέλθει στον βαθμό του Σμηναγού. Επιστρέφοντας στην Αγγλία για ένα διάστημα αρχικά αναρρώνει και στη συνέχεια χρησιμοποιείται στις πρώτες πτητικές δοκιμές του νέου τύπου Spitfire Mk IX το οποίο κατασκευάστηκε για να έχει επιδόσεις ισάξιες του εξαιρετικά αξιόλογου γερμανικού Focke-Wulf Fw 190. Επιστρέφει στην ενεργό δράση και του ανατίθεται η διοίκηση σμήνους της Μοίρας 64 με βάση το Κόλτισωλ. Με αυτό συμμετέχει σε πάμπολλες υποστηρίξεις βομβαρδιστικών στην κατεχόμενη Ευρώπη και χρεώνεται με 2 νέες καταρρίψεις. Ακολουθεί προαγωγή σε Επισμηναγό και η ανάληψη της διοίκησης της μοίρας 126 όπου πετάει με το Spitfire Mk IX, 5J-K, ML214 και καταρρίπτει ακόμα 4 εχθρικά. Η επόμενη στιγμή διάκρισης για τον Γιάννη Πλαγή έρχεται στην Μάχη του Άρνεμ στην Ολλανδία όπου συνοδεύει τα μεταγωγικά που ρίπτουν τα τελευταία εφόδια στα αποκλεισμένα βρετανικά στρατεύματα που κρατούν πολύ δύσκολα την εκεί γέφυρα. Επικρατεί ένα εξαιρετικά έντονο αντιαεροπορικό πυρ που απαιτεί μεγάλες θυσίες από τα πληρώματα. Εκεί ο Γ. Πλαγής καταρρίπτεται αλλά παρόλη την ταχύτατη πρόσκρουση με το έδαφος εκτινάσσεται με μέτρια τραύματα από το διαλυόμενο αεροπλάνο του και επιζεί για να δεχτεί ένα ακόμα παράσημο από την Ολλανδική κυβέρνηση αυτή τη φορά. Η Μοίρα 126 ανεφοδιάζεται στη συνέχεια με νέα Mustang Mk.III (αντίστοιχο τύπο της ΡΑΦ του αμερικανικού μαχητικού P-51B. Η τελευταία πολεμική επιχείρηση που παίρνει μέρος είναι στις 17 Μαρτίου 1945 όπου συνοδεύει βομβαρδιστικά de Havilland Mosquito σε ειδική αποστολή καταστροφής στην Κοπενχάγη του αρχηγείου της Γκεστάπο. Δυστυχώς το όνομα του Πλαγή αποκαλύφθηκε στο ελληνικό κοινό μόνο περί το έτος 2000 και μετά από επίμονες προσωπικές έρευνες ερασιτεχνών ιστορικών. Μνημονεύεται σήμερα στην λίστα των διεθνών αεροπορικών άσσων άλλοτε σαν Ροδεσιανός και άλλοτε σαν Έλληνας άσσος. Στην αγγλική αεροπορική βιβλιογραφία ο Γιάννης Πλαγής είναι εξαιρετικά γνωστός ιδίως για τις αερομαχίες στη Μάλτα, αναφέρεται μάλιστα και από ορισμένα ιταλικά περιοδικά του είδους.

 

Κλέαρχος Σπυρομήλιος (1917,Χειμάρρα-1943): Ήταν σμηναγός της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας που έχασε τη ζωή του κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις του ελληνοϊταλικού πολέμου κατά τα έτη 1940-41. Μετά τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα το 1941, διέφυγε όπως και πολλοί άλλοι Έλληνες αξιωματικοί στην Αίγυπτο για να συνεχίσει να μάχεται ενάντια στις δυνάμεις του Άξονα. Εκεί δραστηριοποιήθηκε στην 336 Μοίρα Διώξεως πετώντας με αεροσκάφη Hawker Hurricane. Στις 15 Ιουνίου 1943 πετούσε σε αποστολή προστασίας νηοπομπής, όταν λόγω βλάβης του κινητήρα αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το αεροσκάφος του με αλεξίπτωτο, κοντά στην πόλη Σίντι Μπαράνι (Sidi Barrani) της Αιγύπτου. Έκτοτε αγνοούνται τα ίχνη του και θεωρείται νεκρός.

 

Γεώργιος Στανωτάς (1 Ιανουαρίου 1888,Αρκαδία - 25 Σεπτεμβρίου 1965): Έγινε ιδιαίτερα γνωστός κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940, ως υποστράτηγος διοικητής της Μεραρχίας Ιππικού στις επιχειρήσεις της Πίνδου και κατόπιν στην περιοχή της Φλώρινας κατά των Γερμανών. Διέφυγε στη Μέση Ανατολή το 1943, όπου διεδραμάτισε ρόλο στον Ελληνικό Στρατό Μέσης Ανατολής και επέστρεψε το 1945. Στη διάρκεια του Ελληνικού Εμφυλίου, κατά την περίοδο Μάιος-Δεκέμβριος του 1947 διετέλεσε Ανώτερος Στρατιωτικός Διοικητής Πελοποννήσου.

 

Βασίλειος Τσιαβαλάρης (Πιάλεια Τρικάλων, 1912, Πυρσόγιαννη Ιωαννίνων, 1940): Ήταν ο πρώτος πεσόντας του Ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940. Έπεσε την 5η πρωινή της 28ης Οκτωβρίου του 1940 σε προκεχωρημένο φυλάκιο (21ο φυλάκιο Πίνδου, 51ο σύνταγμα) στα ελληνοαλβανικά σύνορα που σύμφωνα με μαρτυρίες είχε πάει εθελοντικά. Κάθε χρόνο στην ιδιαίτερη πατρίδα του την Πιάλεια Τρικάλων γίνονται εκδηλώσεις μνήμης προς τιμήν του. Σε κεντρικό σημείο του χωριού βρίσκεται ανδριάντας του ήρωα.

Ημέρες που αντιστάθηκαν οι λαοί της Ευρώπης.

          Η Ελλάδα αντιστάθηκε 219 ημέρες.

          Η Νορβηγία 61 ημέρες.

          Η Γαλλία, που ήταν και η υπερδύναμη της εποχής, μόλις 43 ημέρες.

          Η Πολωνία 30 ημέρες.

          Το Βέλγιο 18 ημέρες.

          Η Ολλανδία 4 ημέρες.

          Η Γιουγκοσλαβία 3 ημέρες.

          Η Τσεχοσλοβακία καμμία ημέρα.

          Το Λουξεμβούργο καμμία ημέρα.

 

Συνολικές απώλειες ανθρώπων (σε μάχες, εκτελέσεις κ.λπ.) ως ποσοστό επί του πληθυσμού:

         Ελλάδα: 10% (750.000)

         Σοβιετική Ένωση: 2,8%

         Ολλανδία: 2,2%

          Γαλλία: 2%

          Πολωνία: 1,8%

          Γιουγκοσλαβία: 1,7%

          Βέλγιο: 1,5%

 

Αδόλφος Χίτλερ, 4 Μαΐου 1941 : «Χάριν της ιστορικής αλήθειας οφείλω να πω ότι μόνον οι Έλληνες απ’ όλους τους αντιπάλους οι οποίοι με αντιμετώπισαν, πολέμησαν με παράτολμο θάρρος και ύψιστη περιφρόνηση προς τον θάνατο»

Ιωσήφ Στάλιν, 31 Ιανουαρίου 1943: «Ευγνωμονώ τον Ελληνικό Λαό, του οποίου η αντίσταση έκρινε τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο»

Φρανγλίνος Ρούσβελτ, 10 Ιουνίου 1943: «Όταν όλος ο κόσμος είχε χάσει κάθε ελπίδα, ο Ελληνικός λαός τόλμησε να αμφισβητήσει το αήττητο του γερμανικού τέρατος αντιτάσσοντας το υπερήφανο πνεύμα της ελευθερίας».

Ουίνστον Τσώρτσιλ: «Μέχρι τώρα λέγαμε ότι οι Έλληνες πολεμούν σαν ήρωες. Τώρα θα λέμε: ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥΝ ΣΑΝ ΕΛΛΗΝΕΣ»