Back to top

Σκεπτικισμός - Εκλεκτισμός - Ιουδαιοελληνική Φιλοσοφία

Σκεπτικισμός - Εκλεκτισμός - Ιουδαιοελληνική Φιλοσοφία

Ο Σκεπτικισμός: Η γνώση είναι αδύνατη

Σκεπτικισμός είναι γενικά η αμφιβολία για το κύρος της γνώμης. Ως ιδιαίτερο φιλοσοφικό ρεύμα ο Σκεπτικισμός αρχίζει στα χρόνια ύστερα από το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Θεμελιωτής του θεωρείται ο Πύρρων από την Ήλιδα (360 - 270 π.Χ.). Η προϊστορία αυτού του κινήματος είναι βέβαια πολύ παλαιά. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι την ανέλιξη του στοχασμού του Πύρρωνα την επηρέασαν όχι μόνο οι απόψεις όρισμένων οπαδών του Δημοκρίτου, όπως ο Ανάξαρχος, αλλά προπαντός ο γνωσιοθεωριακός σκεπτικισμός της αρχαίας Σοφιστικής και κυρίως τρύ Πρωταγόρα καθώς και η γνωσιολογία των Κυρηναϊκών.

Η ιστορία του ελληνικού Σκεπτικισμού εκτείνεται από τα χρόνια του Πύρρωνα ως τον 3ο αι. μ.Χ. Στο διάστημα αυτό των έξι αιώνων το κίνημα του Σκεπτικισμού πέρασε ορισμένες περιόδους ακμής.

Στο πρόσωπο του Πύρρωνα και του Τίμωνα, που πέθανε γύρω στο 230 π.Χ., διακρίνομε την παλιά σχολή του Σκεπτικισμού. Με τον Αρκεσίλαο και τον Καρνεάδη (214 - 129 π.Χ.) ο Σκεπικισμός εισβάλλει στους κόλπους της πλατωνικής Ακαδημίας και βρίσκει τη δεύτερη άνθισή του. Ακολουθεί μια περίοδος παρακμής με τον Φίλωνα τον Λαρισαίο και τον’Αντίοχο τον Ασκαλωνίτη, που τελικά εγκαταλείπει τον Σκεπτικισμό και προσχωρεί στον Εκλεκτισμό και στο Δογματισμό. Με τον Αινεσίδημο (γύρω στο 40 π.Χ.) παρατηρούμε μιαν αναγέννηση του Σκεπτικισμού του Πύρρωνα, έτσι που η ιστορία να κάνη λόγο για Νεοπυρρωνείους. Τέλος στο 2ο αι. μ.Χ. ο Σκεπτικισμός έχει μια τελευταία άνθιση με τους «εμπειρικούς» γιατρούς. Η πιο σπουδαία μορφή αυτής της περιόδου είναι ο Σέξτος ο Εμπειρικός, που τα έργα του αποτελούν σήμερα την πρώτη πηγή για τη γνωριμία μας με την ιστορία του αρχαίου ελληνικού Σκεπτικισμού.

1. Ο Π ύ ρ ρ ω ν. Ο Πύρρων από την Ήλιδα (360 - 270 π.Χ.) δεν άφησε κανένα γραπτό, αλλά φαίνεται ότι χάραξε τις βασικές γραμμές του Σκεπτικισμού. Κατά την άποψή του το θεμέλιο κάθε φιλοσοφίας και επιστήμης είναι το γνωσιολογικό πρόβλημα, δηλ. η απάντηση στο πρόβλημα που αναφέρεται στη γνώση. Η θέση του Πύρρωνα απέναντι σ’ αυτό το βασικό πρόβλημα είναι η θέση του αγνωστικισμού, δηλ.  σχηματισμένη με επιστημονική σκέψη πεποίθηση ότι τα πράγματα γενικά δεν μπορούμε να τα γνωρίσωμε.

Ποιες επιδράσεις οδήγησαν τον Πύρρωνα στη θέση αυτή δεν είναι εύκολο να το προσδιορίσωμε με βεβαιότητα. Οπωσδήποτε στο γεγονός ότι ο αγνωστικισμός του αναφέρεται τόσο στη γνώση που βασίζεται στην αίσθηση όσο και στη γνώση που βασίζεται στη σκέψη, μπορούμε να αναγνωρίσωμε την επίδραση της αρχαίας Σοφιστικής. Δεν είναι μόνο οι εντυπώσεις διαφορετικές στον κάθε άνθρωπο αλλά και οι απόψεις που κερδίζομε ύστερα από κάθε σκέψη είναι διττές και πολλές φορές αντικρουόμενες σε κάθε ισχυρισμό μπορούμε να αντιτάξωμε έναν άλλο με τα ίδια δικαιώματα. Έτσι δεν μπορούμε να λέμε «το χιόνι είναι λευκό», αλλά μόνο «μας φαίνεται αυτή τη στιγμή λευκό». Δεν μπορούμε να ισχυρισθούμε «το μέλι είναι γλυκό», αλλά μόνο «στη γεύση μας φαίνεται γλυκό». Αλλά τι υπάρχει στο βάθος αυτών των φαινομένων δεν μπορούμε να ξέρωμε.

2. Αρκεσίλαος:  Η  αντίθεσή του έχει βασικό στόχο το καθολικό δόγμα της στωικής Γνωσιολογίας, δηλ. τη θεωρία για την εννοιακή παράσταση («καταληπτική φαντασία»), που οι Στωικοί τη θεωρούν ως κριτήριο για τη γνώση. Καμμιά από τις παραστάσεις μας, λέγει, που βασίζονται σε κάτι πραγματικό, δεν είναι τέτοια, ώστε να μήν προκύπτη από αυτή μια παρόμοια παράσταση, που να αναφέρεται σε κάτι το μη πραγματικό. Έτσι ο Αρκεσίλαος αμφισβητεί στους Στωικούς την εννοιακή παράσταση και επομένως και τη γνώση που βασίζεται σ’ αυτή.

Οι Δογματικοί παρατήρησαν στον Αρκεσίλαο ότι με τη ριζική άρνηση της δυνατότητας για κάθε γνώση αναιρεί και κάθε ηθική πράξη. Και ο Αρκεσίλαος απαντάει ότι η επιθυμία μόνη

της οδηγεί τον άνθρωπο στην πράξη, χωρίς να χρειάζεται καμμια εσωτερική κατάφαση. Αλλά κάνει μια σημαντική ομολογία με τη θεωρία του για το εύλογο, που το ανεβάζει στο ύψος αρχής για την πρακτική ζωή. Με βάση αυτό το εύλογο ο Σκεπτικιστής θα κανονίση τι πρέπει να κάνη και τι να αποφύγη, για να οδηγηθή με την αταραξία, στην ευτυχία. Το εύλογο λοιπόν παίζει στην πρακτική ζωή τον ρόλο του κριτηρίου. Βάση του έχει τη φρόνηση.

3. Ο Καρνεάδης: Ο πολέμιος του Δογματισμού. Ένα αρνητικό και ένα θετικό μέρος μπορούμε να διακρίνωμε και στη φιλοσοφία του Καρνεάδη από την Κυρήνη (214- 129 π.Χ.). Ο Καρνεάδης ήταν διευθυντής της Ακαδημίας του Πλάτωνα από το 160 περίπου ως το 137 π.Χ. Δεν άφησε κανένα γραπτό, αλλά φαίνεται ότι ο μαθητής —του Κλέιτόμαχος ο Καρχηδόνιος είχε μια πιστή παράσταση από το περιεχόμενο της διδασκαλίας του. Πιο σπουδαίο είναι το αρνητικό μέρος της φιλοσοφίας του, αλλά και στο θετικό μέρος ο κριτικός στοχασμός του είναι περιεκτικός, συστηματικός και οπωσδήποτε πιο δεισδυτικός από εκείνον του Αρκεσίλαου. Βασική σημασία έχει για τον Καρνεάδη η άρνηση της αποδοχής όποιουδήποτε κριτηρίου.

Ένα κοινό σημείο έχει με τους αντιπάλους του. Την προϋπόθεση ότι κάθε γνώση έχει την αφετηρία της στις αισθήσεις. Η παράσταση, που γεννιέται από την αίσθηση, συχνά μας απατά και έρχεται σε αντίφαση με τα αντικείμενα που την προξενούν. Επομένως κριτήριο για την αλήθεια δεν μπορεί να είναι οποιαδήποτε παράσταση, αλλά μόνο η σωστή. Αλλά επειδή δεν υπάρχει παράσταση που να μη μας απατά ποτέ, το κριτήριο μεταφέρεται στην κοινή παράσταση. Αλλά μια τέτοια παράσταση δεν είναι «καταληπτική», δηλ. δεν μπορεί να συλλάβη την αλήθεια. Επομένως δεν μπορεί και να αποτελεί κριτήριο. Αλλά αν δεν υπάρχη καμμιά εννοιακή παράσταση, δεν μπορεί να ισχύση ως κριτήριο ούτε η λογική, γιατί και αυτή βασίζεται στην παράσταση. Και επειδή τρίτη δύναμη δεν υπάρχει, χάνει το κύρος του κάθε κριτήριο.

Ο Καρνεάδης κατευθύνει όλη τη δύναμη της διαλεκτικής του εναντίον του δογματισμού της Στωικής φιλοσοφίας, και μάλιστα εναντίον της μορφής που. της έδωσε ο Χρύσιππος. Ελέγχει τη θεολογία των Στωικών και του Επικούρου, τις δογματικές αποδείξεις για την ύπαρξη του θεού, τη διδασκαλία για τη θεία πρόνοια, την τελεολογική θεώρηση του κόσμου και αναπτύσσει μια αντιθεοδικία. Κύριος στόχος του είναι φυσικά η έννοια του θεού. Ο Καρνεάδης δείχνει τις δυσκολίες που γεννιούνται με την αντιφατική παράσταση του θεού ως προσωπικού και ως άπειρου όντος. Αν ο θεός είναι ζωντανό πλάσμα, δεν μπορεί παρά να είναι φθαρτός. Ο θεός ακόμη δεν μπορεί να έχη καμμιάν αρετή, γιατί δεν έχει να ξεπεράση κανένα πειρασμό. Ύστερα ο Καρνεάδης απορρίπτει τη μοιρολατρεία, την αστρολογία και τη μαντική.

Με την ίδια οξύτητα στρέφεται ο Καρνεάδης και κατά της έννοιας του δικαίου. Δικαιοσύνη καθαυτή δεν υπάρχει, και αν υπήρχε, θα ήταν η πιο μεγάλη ανοησία. Η δικαιοσύνη και η εξυπνάδα αποκλείουν η μια την άλλη. Ή θα είναι κανείς δίκαιος, οπότε θα είναι τέλειος, βλάκας, ή θα είναι έξυπνος, οπότε δεν μπορεί να είναι δίκαιος. Ύστερα από αυτό χτυπάει τα θεμέλια κάθε θετικής ηθικής. Απόλυτο καλό και απόλυτο κακό δεν υπάρχει. Αν υπήρχε, θα έπρεπε όλοι οι άνθρωποι να λέμε το ίδιο πράγμα καλό η κακό.

Δεν επιτρέπεται να ερμηνεύσωμε τον αγώνα του Καρνεάδη κατά της Στωικής και της Επικουρικής θεολογίας ως ένα κίνημα αθεϊστικό. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε για τον Καρνεάδη επιστροφή στον Δογματισμό, και ο γνήσιος Σκεπτικιστής δεν μπορεί να αντιπροσωπεύση κανένα δόγμα. Ο Καρνεάδης λοιπόν δεν είχε σκοπό να αρνηθή την ύπαρξη θείων δυνάμεων. Μόνο παραιτείται συνειδητά από την προσπάθεια να αποδώση στη θεότητα ορισμένα γνωρίσματα. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι χτυπά κυρίως τα ανθρωπομορφικά στοιχεία της έννοιας του θεού.

Σχετικά με την πρακτική ζωή ο Καρνεάδης έχει δημιουργήσει τη θεωρία της εύλογοφάνειας. Διακρίνει τρεις βαθμούς στο εύλογο: α) την πιθανή παράσταση, β) την πιθανή και αναντίρρητη και γ) την πιθανή, αναντίρρητη και καθολικά ελεγμένη. Στη συνηθισμένη πρακτική ζωή αρκούν οι παραστάσεις του πρώτου βαθμού. Όταν υπάρχουν διαφορετικές γνώμες, μεταχειριζόμαστε τις παραστάσεις του δεύτερου βαθμού. Τέλος στις περιπτώσεις που κρίνεται η τύχη μας είναι απαραίτητες οι παραστάσεις του τρίτου βαθμού. Η επίδραση του Σκεπτικισμού του Καρνεάδη στην παραπέρα εξέλιξη της ελληνιστικής φιλοσοφίας, και ιδιαίτερα της Στωικής, ήταν βαθειά.

Ο Εκλεκτισμός

Με το πέρασμα του καιρού και με την αδιάκοπη επεξεργασία των βασικών προβλημάτων που απασχολούσαν το πνεύμα του ανθρώπου στα ελληνιστικά και στα ρωμαϊκά χρόνια οι διαφορές ανάμεσα στις

φιλοσοφικές σχολές, και κυρίως ανάμεσα στην Ακαδημία, στον Περίπατο και στη Στοά, άρχισαν να υποχωρούν, ενώ εγκαινιαζόταν η προσπάθεια να φωτισθούν οι όμοιότητές τους, γεγονός που τελικά οδήγησε σε συγκεραστικές τάσεις ανάμεσα στις διάφορες θεωρίες. Αυτή την πνευματική κίνηση τη λέμε Εκλεκτικισμό. Βασικοί συντελεστές για τη γέννησή του είναι από τη μια ο διάλογος με τη ρωμαϊκή ζωή και σκέψη και από την άλλη η καταλυτική κριτική των διαφόρων σχολών από τους Σκεπτικιστές, και κυρίως από τον Καρνεάδη.

 Η πέρα από τα ελληνικά όρια ζωή και σκέψη μαζί με την αμφιβολία για το κριτήριο της αλήθειας αποτελούσαν ένα θανάσιμο κίνδυνο για τη ζωή των διαφόρων σχολών. Αυτό ανάγκασε τους ανθρώπους τους να συσπειρωθούν γύρω από πανανθρώπινες πεποιθήσεις και από αυταπόδεικτες αλήθειες. Έτσι, ο,τι καλό είχε προτείνει το κάθε σύστημα γινόταν κοινό κτήμα.

Η εκλεκτική τάση εκδηλώνεται πρώτα στους Στωικούς, ύστερα πιο έντονα τους Ακαδημαϊκούς και τελευταία στους Περιπατητικούς. Μόνο οι Επικούρειοι προχωρούν ως το τέλος του αρχαίου κόσμου χωρίς αποκλίσεις από τη διδασκαλία του ιδρυτή της σχολής τους.

Ο πιο αντιπροσωπευτικός τύπος εκλεκτικού είναι ο Α ν τ ί ο χ ο ς ο Ασκαλωνίτης (2ος αι. π.Χ.). Αυτός μπαίνει στην πλατωνική Ακαδημία, την ελευθερώνει από τον εναγκαλισμό του Σκεπτικισμού και την οδηγεί σε ένα συγκεραστικό δογματισμό. Δεν πρόκειται για δημιουργικό πνεύμα Μεταφυσική και Φυσική είναι για τον Αντίοχο τόσο άγνωστα πράγματα όσο θα ήταν αν δεν είχαν γεννηθή ποτέ ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης. Η φιλοσοφία του αναφέρεται μόνο σε δυο προβλήματα. Στο πρόβλημα της αλήθειας και στο πρόβλημα της εύτυχίας. Σχετικά με το πρώτο παίρνει τη θέση του Χρύσιππού, δηλ. δέχεται την εννοιακή παράσταση ως μέσο για την πραγματική γνώση. Σχετικά με το δεύτερο τονίζει το ιδανικό της απάθειας, όπως το είχαν κηρύξει οι παλιοί Στωικοί.

Έντονη είναι η εκλεκτική τάση στους Ρωμαίους. Ο Κικέρων (106 - 43 π.Χ.). Είχε γνωρίσει άμεσα τις διδασκαλίες των Επικούρειων, των Στωικών και των Ακαδημαϊκών. Οι γνώμες που πορίζεται από μια τόσο πλατειά βάση δεν είναι ούτε πρωτότυπες ούτε ελεύθερες από δισταγμούς. Πολεμάει την Ηθική των Έπικουρείων, αλλά δεν βρίσκει μια σταθερή βάση ανάμεσα στη στωική, στην ακαδημαϊκή και στην περιπατητική διδασκαλία. Χαίρεται το ύψος των αρχών της στωικής φιλοσοφίας, που είναι δεμένες με αυτές.

Στη Θεολογία συμπαθεί την πίστη στην ύπαρξη και στην πρόνοια του Θεού, στην Ψυχολογία την πίστη στην αθανασία της ψυχής και στην ελεύθερη βούληση, αλλά δεν έχει ξεκαθαρισμένες αντιλήψεις για την ουσία του θεού και του πνεύματος. Δέχεται την πλατωνική πνευματοκρατία, αλλά δεν αποφεύγει την επίδραση του στωικου υλισμού. Με τη θρησκεία του λαού δεν έχει καμμιά εσωτερική σχέση, αλλά θέλει να τη διατηρήση για το κοινό καλό.

Φίλος του Κικέρωνα είναι ο Β ά ρ ρ ω ν (116-27 π.Χ.), μαθητής του Αντιόχου. Στην Ηθική ακολουθεί τον δάσκαλό του και δημιουργεί στενές σχέσεις με τους Στωικούς, και πιο πολύ με τον Παναίτιο και τον Ποσειδώνιο. Άλλοι εκλεκτικοί είναι ο Saxtius, ο Cornelius, ο Fabianus Papirius, και ο L. Crassicius. Πρόκειται για ήθικούς φιλοσόφους πιο σημαντικούς για την ισχυρή προσωπικότητά τους παρά για την επιστημονική ευφυΐα τους. Συνδυάζουν στωικά και πυθαγορικά στοιχεία.

Η ιουδαιο - ελληνική φιλοσοφία:

Ο Φίλων:

Από τη συμβίωση των ανατολικών με τις ελληνικές δοξασίες δεν έμεινε ανεπηρέαστος ούτε ο Ιουδαϊσμός. Η Ιουδαϊκή διασπορά είχε εγκατασταθή στα κέντρα του ελληνικού και του ρωμαϊκού κόσμου, και αυτό διευκόλυνε τούς Έλληνες και τους Ρωμαίους να γνωρίσουν τη ζωή και τη σκέψη των Ιουδαίων. Ο Ιουδαϊσμός πάλι, που ήταν εγκατεστημένος μέσα στον ελληνιστικό κόσμο, δεν μπορούσε να αποφύγη την επίδρασή του. Ό,τι λέμε ίουδαιο - ελληνική φιλοσοφία δεν είναι άλλο από ένα εκλεκτικισμό με τάσεις συγκεραστικές και χαρακτήρα μυστικιστικό.

Στον «Εκκλησιαστή», έργο που η συγγραφή του τοποθετείται γύρω στο 200 π.Χ., παρατηρούμε επίδρασή της Στωικής φιλοσοφίας. Στη «Σοφία Σολομώντος», που ανήκει στην εποχή γύοω στο 30 π.Χ., βλέπομε φανερές σχέσεις με πυθαγορικές και πλατωνικές δοξασίες. Ο Αριστόβουλος, που έγραψε ένα υπόμνημα στην Πεντάτευχο ανάγει  τις θεωρίες του Πυθαγόρα, του Σωκράτη και του Πλάτωνα στα βιβλία του Μωϋσή. Άλλη ιουδαϊκή νοθεία στον 1ο π.Χ. αι. είναι τα ποιήματα του Ψευδο-Φωκυλίδη, μια συλλογή από ηθικά αποφθέγματα. Τέλος την ιουδαϊκή ευσέβεια με τις ορφικο - πυθαγορικές δοξασίες ανακατεύουν οι αιρέσεις των Θεραπευτών και των Εσσαίων, σύλλογοι με ασκητικά ιδανικά, απόκρυφες διδασκαλίες και αλληγορική ερμηνεία

Ο Φίλων (25 π.Χ. - 50 μ.Χ.). Είναι ο πιο σημαντικός εκπρόσωπος της Ιουδαιο - Ελληνικής φιλοσοφίας. Είναι Ιουδαίος και γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια. Ζει και λατρεύει τα βιβλία του Μωυσή αλλά και τα βιβλία του Πλάτωνα και των άλλων κορυφαίων Ελλήνων φιλοσόφων. Για να φέρη σε ισορροπία αυτό τον διπλό θαυμασμό του, λέγει ότι οι Έλληνες σοφοί χρησιμοποίησαν τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης. Στην πραγματικότητα το σύστημά του είναι ένα κράμα από ελληνική  φιλοσοφία και ιουδαϊκή θεολογία. Αλλά η φιλοσοφία που καλλιεργεί ανήκει στη γραμμή του πλατωνισμού της εποχής εκείνης.

Αφετηρία του φιλοσοφικού συστήματος του αποτελεί η έννοια της θεότητας. Είναι η πρώτη αιτία και η αδιάκοπη ενέργεια. Για να συμβιβάση αυτή την απόλυτη ενέργεια του θεού μέσα στον κόσμο με την απόλυτη υπερβατικότητά του, παραδέχεται διάμεσα όντα, που τα λέγει δυνάμεις, και τα παριστάνει άλλοτε σαν ιδιότητες του θεού και άλλοτε σαν υπηρέτες του. Τελικά όλες αυτές οι δυνάμεις συγκεφαλαιώνονται, σε μια, στον λόγο, που είναι ο γενικός μεσίτης ανάμεσα στον θεό και στον κόσμο.

 Για να εξηγήση το κακό, που υπάρχει στον κόσμο, δέχεται ως δεύτερη αρχή την ύλη και την περιγράφει με τα πλατωνικά γνωρίσματα. Την τελειότητα του κόσμου την υπερασπίζει με την στωική έννοια της θεοδικίας, αλλά δεν παραλείπει και να υπογράμμιση την ιδέα ότι όλα είναι κανονισμένα με μαθηματικές σχέσεις, δηλ. να καταφύγη και στην πυθαγορική θεωρία των αριθμών. Ο μύθος της ψυχής είναι ο γνωστός μας από τις πυθαγορικές δοξασίες.

Σπουδαίο σημείο της διδασκαλίας του αποτελεί η αντίθεση ανάμεσα στο λογικό και στην αίσθηση. Συμφωνεί με τους Στωικούς για το ιδανικό της απάθειας, με τους Κυνικούς για την απλότητα και πιστεύει ότι ο φωτισμός της ψυχής γίνεται με την εισροή του αόριστου θεϊκού πνεύματος. Αλλά ο Φίλων, όσο και αν στηρίζεται στους Έλληνες, ρέπει ακράτητος προς ένα μυστικισμό. Ο διανοητικός κόσμος του είναι βασικά διαφορετικός από εκείνον της ελληνικής φιλοσοφίας. Όπου στους Έλληνες έχομε να κάνωμε με την αυτονομία του λογικού και τη θαρραλέα ορμή προς την γνώση, στον Φίλωνα έχομε να κάνωμε με την περιφρόνηση της επιστήμης και την πίστη στη θεία αποκάλυψη.

Τον Φίλωνα τον λησμόνησαν γρήγορα οι Ιουδαίοι, αλλά έμεινε γνωστός ως πρόδρομος του Νεοπλατωνισμού και ως γόνιμο προηγούμενο για τη δογματική διαμόρφωση του Χριστιανισμού.