Back to top

Ο Ξενοφών

Ο Ξενοφών

Ο μεγάλος Έλληνας ιστορικός και στρατιωτικός που ήταν συνδημότης του Ισοκράτη, καταγόμενος από τον δήμο της Έρχιας, γεννήθηκε γύρω το 430 π.Χ, από πλούσιους αριστοκράτες γονείς. Σαν τόσους εύπορους Αθηναίους νέους ασχολήθηκε με την ιππασία που παράμεινε πάντοτε μια από τις μεγάλες αγάπες του. Υπήρξε όμως και μαθητής του Σωκράτη, τον οποίο ποτέ δεν έπαψε να σέβεται και να εκτιμά. Ο Διογένης ο Λαέρτιος διηγείται πως μιαν ημέρα ο φιλόσοφος, συναντώντας στο δρόμο του τον νεαρό αριστοκράτη, τον σταμάτησε με το μπαστούνι του και τον προσκάλεσε να τον ακολουθήση. Ωστόσο ο Ξενοφών δεν ήταν σαν τους άλλους μαθητές του Σωκράτη, που έταξαν σκοπό της ζωής τους να υπηρετήσουν τη φιλοσοφία. Οι εντυπώσεις που αποκόμισε από τη σωκρατική διδασκαλία διατηρήθηκαν στο υποσυνείδητό του, χωρίς όμως να γίνουν και δημιουργικές δυνάμεις της ζωής του.

 

Το 401, όταν ο Βοιωτός φίλος του Πρόξενος στρατολογούσε εθελοντές για τον Κύρο τον νεώτερο, ο οποίος είχε σκοπό να εκθρόνιση τον αδελφό του Αρταξέρξη Β', ο Ξενοφών δέχθηκε να συμμετάσχη στην εκστρατεία. Ύστερα από τον άτυχο θάνατο του Κύρου, στη μάχη που διεξάχθηκε κοντά στα Κούναξα και τη δολοφονία των Ελλήνων στρατηγών από τον Τισσαφέρνη, οι συμπολεμιστές του τον εξέλεξαν έναν από τους πέντε νέους στρατηγούς και κατόρθωσε να ξεπεράση χίλια-δυό εμπόδια και κινδύνους, οδηγώντας τον στρατό των μυρίων Ελλήνων (10.000) από τα βάθη της Ασίας μέσα από τα υψίπεδα της Αρμενίας προς τη Μαύρη θάλασσα, στην Τραπεζούντα πρώτα και τέλος στο Βυζάντιο. Τα περιστατικά που έζησε κατά τη διάρκεια της επικίνδυνης αυτής πορείας μέσα από άγνωστα και αφιλόξενα μέρη, τον έκαναν να γευθή πλούσια την περιπέτεια και να μας χαρίση ένα ζωντανό και πολύτιμο έργο. Όταν αργότερα (396) ο βασιλιάς της Σπάρτης Αγησίλαος εξεστράτευσε εναντίον των Περσών, σε μιαν όχι φιλοαθηναϊκή επιχείρηση, ο Ξενοφών ακολούθησε τους παλιούς εχθρούς της πατρίδας του κι όταν ο Σπαρτιάτης βασιλιάς αναγκάσθηκε να ξαναγυρίση με τα στρατεύματά του στην Ελλάδα, για να σύντριψη τον συνασπισμό που είχε συγκροτηθή στο διάστημα της απουσίας του εναντίον της Σπάρτης, ο Ξενοφών δεν τον αποχωρίσθηκε. Έτσι στη μάχη που έγινε κοντά στην Κορώνεια (394) παραστάθηκε στους Σπαρτιάτες κτυπώντας τους συμπατριώτες του. Εξ αιτίας αυτής του της διαγωγής κι όχι γιατί πήρε μέρος στην εκστρατεία του Κύρου, εξορίσθηκε από την Αθήνα. Οι Σπαρτιάτες όμως θέλοντας να τον ανταμείψουν για τις πολλές ευεργεσίες του τον διόρισαν πρόξενο και του χάρισαν ένα μεγάλο και πλούσιο κτήμα στον Σκιλλούντα, κοντά στην Ολυμπία. Στο ειδυλλιακό αυτό τοπίο, κοντά στην όχθη του Αλφειού και σε απόσταση 20 σταδίων, δηλ. 3,5 χιλιομέτρων περίπου από το Ιερό του "Διός στην Ολυμπία, πέρασε με αγροτικές και κυνηγετικές ασχολίες περισσότερα από είκοσι χρόνια, μαζί με τη γυναίκα του Φιλησία και τους δυο γιους του Διόδωρο και Γρύλλο. Στο κτήμα αυτό τον βρήκε ο ιερέας της Εφεσίας Αρτέμιδος Μεγάβυζος, για να του παραδοση το δέκατο από τα λάφυρα της εκστρατείας των Μυρίων, που προοριζόταν για την εφέσια θεά και ήταν αποθηκευμένο στην Έφεσο. Με το χρηματικό αυτό ποσό ο Ξενοφών ίδρυσε ναό και βωμό προς τιμήν της θεάς. Ο ναός ήταν παρόμοιος με εκείνον της Εφέσου, αλλά πολύ μικρότερος στις διαστάσεις και στο εσωτερικό του είχε άγαλμα της Άρτεμης, καμωμένο από κυπαρισσό-ξυλο, όμοιο με το χρυσό της Εφέσου. Όταν το 370 οι Ηλείοι συγκρούσθηκαν με τους Σπαρτιάτες και κατέλαβαν τον Σκιλλούντα, ύστερα από τη μάχη των Λεύκτρων (371), ο Ξενοφών διώχθηκε από τους Ηλείους και κατέφυγε στην Κόρινθο, όπου πέρασε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής τοο και πέθανε γύρω στο 359 π.Χ.

 

Αμέσως μετά τη μάχη των Λεύκτρων έγινε μια αναγκαστική προσέγγιση ανάμεσα στην Αθήνα και στη Σπάρτη, που άρχισαν να φοβούνται την ολοένα αυξανόμενη δύναμη της Θήβας. Χάρη στο καινούργιο πολιτικό κλίμα οι Αθηναίοι ανακάλεσαν την εξορία του Ξενοφώντα. Δεν είναι γνωστό ωστόσο αν αυτός επωφελήθηκε από την ευκαιρία που του παρουσιάσθηκε για να ξαναγυρίση στην πατρίδα του. Έστειλε όμως τα δυο του παιδιά να υπηρετήσουν στο αθηναϊκό ιππικό και ο ένας από αυτούς, ο Γρύλλος, σκοτώθηκε, πολεμώντας γενναία, στη Μαντινεία (362), εναντίον των Θηβαίων.

 

Σαν ιστορικός ο Ξενοφών υπολείπεται πολύ από τον Θουκυδίδη, γιατί, όπως ο Ηρόδοτος, ερμηνεύει πολλά γεγονότα με τη θεία Νέμεση και δεν παραλείπει να πιστεύη σε δεισιδαιμονίες και μαντείες. Σε πολλά σημεία τον κατηγορούν για έλλειψη αντικειμενικότητας και ότι υπερβάλλει σε ό,τι άφορα στους Σπαρτιάτες και μειώνει τα σχετικά με τους Βοιωτούς και τον Επαμεινώνδα. Ο Ξενοφών ωστόσο είναι ο τύπος της τέλειας ελληνικής αρετής και καλοκαγαθίας, γιατί συνταιριάζει αρμονικώτατα τη σωματική ομορφιά με την εξυπνάδα. Τα συγγράμματά του είναι α) ιστορικά, β) φιλοσοφικά και γ) πολιτικά η πρακτικά.

 

Τα έργα του Ξενοφώντα

 

Στα φιλοσοφικά περιλαμβάνονται η «Κύρου Ανάβασις», η «Κύρου Παιδεία», τα «Ελληνικά» και ο «Αγησίλαος». Στο πρώτο που αποτελείται από επτά βιβλία ο Ξενοφών μας περιγράφει την ανάβαση, την πορεία δηλαδή του ελληνικού εκστρατευτικού μισθοφορικού σώματος προς το εσωτερικό της Ασίας, τη μάχη που έγινε στα Κούναξα, και την επιστροφή και σωτηρία των Μυρίων. Από τα ιστορικά εργα της αρχαιότητας μόνο τα «Απομνημονεύματα» του Ιουλίου Καίσαρα σχετικά με τον Γαλατικό πόλεμο μπορούν να συγκριθούν με την «Ανάβαση» του Ξενοφώντα. Το έργο αυτό γράφτηκε στον Σκιλλούντα. Στα «Ελληνικά» αναφέρεται ως συγγραφέας της «Αναβάσεως» ο Θεμιστογένης ο Συρακούσιος, ψευδώνυμο κάτω από το οποίο κρυβόταν ο Ξενοφών.

 

Η «Κύρου Παιδεία» αποτελείται από οκτώ βιβλία και αναφέρεται στη ζωή και στις πράξεις του Κύρου του Πρεσβύτερου, ο όποιος ίδρυσε την περσική μοναρχία και έζησε κατά το 600 - 530(;) π.Χ., και προβάλλει τις ηθικές αρχές επάνω στις όποιες στηριζόταν η βασιλεία του. Στο έργο αυτό, που διανθίζεται με ηθοπλαστικούς λόγους κι επεισόδια, είναι αξιοπρόσεκτη η ιστορία της Πάνθειας, μιας εξαιρετικά σπουδαίας γυναίκας που μένει στο σύζυγο της πιστή ως τον θάνατο. Ωστόσο θέλοντας ο συγγραφέας να παρουσιάση τον ιδανικό τύπο του καλου και αγαθού ηγεμόνα αλλοιώνει σε πολλά σημεία την ιστορική ακρίβεια. Το έργο αυτό είναι ένα πρωιμώτατο ιστορικό μυθιστόρημα.

 

Τα «Ε λ λ η ν ι κ ά» είναι το κύριο ιστορικό έργο του Ξενοφώντα και αποτελείται από επτά βιβλία, όπου διηγείται την ελληνική ιστορία από το 411 ως το 362 π.Χ., δηλαδή έως την μάχη της Μαντινείας και τον θάνατο του Επαμεινώνδα. Το σύγγραμμά του αρχίζει ο Ξενοφών χωρίς πρόλογο, θέλοντας να το συνδέση με εκείνο του Θουκυδίδη.

 

Ο «Α γ η σ ί λ α ο ς» πλέκει το εγκώμιο του Σπαρτιάτη βασιλιά, ο όποιος πέθανε το 360 γυρνώντας στην πατρίδα του από την εκστρατεία της Αιγύπτου. Το έργο αυτό συνδέεται στενά με τα «Ελληνικά». Στο βιβλίο αυτό βλέπομε ολοκάθαρα τον θαυμαστή του Αγησιλάου, που είχε πολλές ηγεμονικές αρετές και διαπνεόταν από εθνικά ιδεώδη και ο όποιος όταν πληροφορήθηκε ότι κοντά στην Κόριθνο έπεσαν πολεμώντας δέκα χιλιάδες από τους εχθρούς της Σπάρτης, ελεεινολογούσε

την Ελλάδα, λέγοντας ότι τόσοι άνδρες ήσαν αρκετοί για να νικήσουν όλους τους βαρβάρους.

 

Στα φιλοσοφικά έργα του Ξενοφώντα ανήκουν τα «Απομνημονεύματα Σωκράτους», το «Συμπόσιον», ο «Οικονομικός» και η «Απολογία Σωκράτους».

 

Τα «Α π ο μ ν η μ ο ν ε ύ μ α τ α» αποτελούνται από τέσσερα βιβλία και είναι γεμάτα από σωκρατικούς διάλογους και επεισόδια χωρίς ορισμένη σειρά. Στο βιβλίο αυτό που γράφηκε στα Μέγαρα ο Σωκράτης απεικονίζεται με μεγαλύτερη πιστότητα από ό,τι στους Πλατωνικούς Διάλογους.

 

Το «Σ υ μ π ό σ ι ο ν» είναι ένα χαριτωμένο σύγγραμμα, το οποίο αναφέρεται στην περιγραφή ενός γλεντιού, που το είχε παραθέσει ο πλούσιος Καλλίας, με την ευκαιρία μιας νίκης που είχε κερδίσει ο αγαπημένος του Αυτόλυκος στο παγκράτιο, στα Παναθήναια. Στο έργο αυτό ύστερα από το φαγοπότι, τον γελωτοποιό, την αυλητρίδα και την ορχηστρίδα, ο Σωκράτης μίλα για τον ερωτά, όπως και στο «Συμπόσιον» του Πλάτωνα.

 

Ο «Ο ι κ ο ν ο μ ι κ ό ς» συμπληρώνει τα «Απομνημονεύματα». Στο βιβλίο αυτό ο Σωκράτης συνομιλεί με τον Κριτόβουλο σχετικά με την άριστη διοίκηση του οίκου και τις σχέσεις του άνδρα και της γυναίκας, όπως επίσης και για τη γεωργία. Το πολύτιμο αυτό σύγγραμμα που διαπνέεται από φιλανθρωπική διάθεση για τους δούλους και τους οικέτες, βρήκε γρήγορα τους θαυμαστές του και ο Κικέρων το μετέφρασε στα λατινικά.

Η «Α π ο λ ο γ ί α Σ ω κ ρ ά τ ο υ ς» σχετίζεται στενά με τα «Απομνημονεύματα». Στο βιβλίο αυτό: οι λόγοι του Σωκράτη, πριν και ύστερα από την καταδίκη του, περικλείονται με διηγήσεις για τη στάση του πριν και μετά από τη δίκη.

 

Στα πολιτικά η πρακτικά έργα του Ξενοφώντα ανήκουν ο «Ιέρων ή τυραννικός», ο «Ιππαρχικός», το «Περί ιππικής», ο «Κυνηγετικός», οι «Πόροι ή περί προσόδων», η «Λακεδαιμονίων πολιτεία» και η «Αθηναίων πολιτεία».

 

Στον «Ι έ ρ ω ν α» περιέχεται ένας διάλογος του ποιητή Σιμωνίδη με τον Ιέρωνα, τον τύραννο των Συρακουσών, για τα πλεονεκτήματα του ιδιωτικού βίου σε σχέση προς τον τυραννικό και για το πως ο ηγεμόνας μπορεί να κάμη ευτυχισμένη τη χώρα του.

 

Στον «Ι π π α ρ χ ι κ ό» ο Ξενοφών δίνει οδηγίες για τον αρχηγό των ιππέων σχετικά με τα καθήκοντά του στην ειρήνη και στον πόλεμο, ενώ στο «Περί ιππικής» δίνει οδηγίες στον κάθε ιππέα για την περιποίηση του αλόγου του.

 

Στον «Κ υ ν η γε τ ι κ ό» περιέχονται παραγγέλματα της κυνηγετικής τέχνης, την οποία γνωρίζει λεπτομερέστατα ο συγγραφέας. Στο σύγγραμμα αυτό γίνεται λόγος και για κυνήγι διαφόρων αγρίων θηρίων.

 

Στο βιβλίο «Π ό ρ ο ι ή περί προσόδων» ο Ξενοφών εκδηλώνει την αγάπη του για την ειρήνη. Ο συγγραφέας είναι πλέον μεγάλος στην ηλικία και έχει χάσει τον μικρό γιο του στη μάχη της Μαντινείας. Στο σύγγραμμα αυτό πληροφορούμαστε αρκετά σχετικά με τις προσόδους των Αθηναίων και μάλιστα για τα ορυχεία του Λαυρίου, ενώ παράλληλα γίνεται λόγος για το πως μπορούν να βελτιωθούν τα οικονομικά της πόλεως. Οι προτάσεις για την εξυγίανση των οικονομικών της Αθήνας είναι σύμφωνες με τη γραμμή της ειρηνικής πολιτικής του Ευβούλου.

 

Η φιλία με τη Σπάρτη οδήγησε τον Ξενοφώντα στη συγγραφή της «Λ α κ ε δ α ι μ ο ν ί ω ν   Π ο λ ι τ ε ί α ς», στο οποίο ο συγγραφέας αποδεικνύει ότι η δόξα και η ακμή της Σπάρτης οφείλεται στο πολίτευμα του Λυκούργου. Το βιβλίο αυτό αναφέρεται περισσότερο στα ήθη και στην εκπαίδευση των Σπαρτιατών παρά στη Σπαρτιατική Πολιτεία.

 

Η «Α θ η ν α ί ω ν Π ο λ ι τ ε ί α» τέλος είναι ίσως το αρχαιότερο μνημείο του αττικού πεζού λόγου. Ο Ξενοφών δεν συμπαθούσε βέβαια τη δημοκρατία, αφού όμως υπήρχε το πολίτευμα αυτό, αρκέσθηκε στο να υποδείξη πως πρέπει να διοικείται η πόλη.

 

Η Αττική γλώσσα του Ξενοφώντα δεν είναι ολότελα καθαρή και αρκετά στοιχεία της προμηνούν την κοινή. Η αφέλεια του όμως και η ευληπτότητα των νοημάτων του κατακτούσαν και εξακολουθούν να ελκύουν τους αναγνώστες του. Ήταν αναμφισβήτητα ένα αξιόλογο και πολύπλευρο τάλαντο, όμως χωρίς το χάρισμα της μεγαλοφυίας.