Back to top

Μυκηναϊκός Πολιτισμός

Η ΕΜΠΝΕΥΣΗ ΓΙΑ ΤΙΣ «ΧΡΥΣΟΠΟΙΚΙΛΤΕΣ ΜΥΚΗΝΕΣ»

«Οι θρύλοι προϋποθέτουν ερείπια», έγραψε ο Λέσκι στο βιβλίο του «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας». Ο θρύλος της κατάρας των Ατρειδών οδήγησε τον Ερρίκο Σλίμαν στις Μυκήνες. Η ρομαντική ιστορία του Περσέα και της Ανδρομέδας αλλά και η αλαζονεία του Ευρυσθέα, οδήγησαν τα βήματα των ερευνητών στο παλάτι της Τίρυνθας. Ο γέρο Νέστορας τους προσκάλεσε στην Πύλο του Ομήρου. Η κατάρα που έσερναν ο Οιδίποδας και η γενιά των Λαβδακιδών, τους έφερε στη Θήβα. Η Αργοναυτική εκστρατεία στην Ιωλκό. Μύθοι με πανελλήνια αναγνώριση, όπως αυτοί της Αθήνας και του Ορχομενού της Βοιωτίας.

Παντού, τα ερείπια δεν τους διέψευσαν. Οι θρύλοι ζωντάνεψαν κι έγιναν απόηχοι γεγονότων ιστορικών, κατορθωμάτων ηρωικών, καπατσοσύνης και πονηριάς, μεγαλείου και παρακμής: Όλων των χαρισμάτων και των ελαττωμάτων της γενιάς των Ελλήνων. Και ο Έλληνας γεννήθηκε το 1.519 π.Χ., ένα χρόνο μετά τον αιγαιακό κατακλυσμό και τον αφανισμό της ανθρωπότητας, λένε εκείνοι που βάλθηκαν να χρονολογήσουν την ελληνική μυθολογία.

Στον Αργολικό κάμπο, το ανάκτορο και τα κυκλώπεια τείχη στην Τίρυνθα, όπως κι ο θησαυρός του Ατρέα και η Πύλη των Λεόντων στις Μυκήνες, αποτελούν τα πιο γνωστά και πιο σπουδαία μνημεία του πολιτισμού, που απλώθηκε σε ολόκληρο τον Ελλαδικό χώρο κι ονομάστηκε μυκηναϊκός.

Είχε προηγηθεί η λαμπρή Νεοανακτορική περίοδος, η χρυσή εποχή της μινωικής Κρήτης. Ξεκίνησε με τη θεομηνία του 1.700 π.Χ., όταν καταρρεύσανε τα κτίρια της Παλαιονακτορικής περιόδου κι άρχισε το χτίσιμο καινούριων και πιο επιβλητικών παλατιών, περιστοιχισμένων από ολόκληρες «συνοικίες αριστοκρατών» και διακοσμημένων με τις πανέμορφες νωπογραφίες στους τοίχους: Τις χρωματιστές τοιχογραφίες.

Ήταν η εποχή της χωρίς πολεμικό ναυτικό και στρατούς θαλασσοκρατορίας των Κρητών, των ατρόμητων Κεφτί των αιγυπτιακών παπύρων. Έχει αναφερθεί το τι επακολούθησε και χάθηκαν οι Κεφτί από τις θάλασσες(...)

Λιγότερο από εκατό χρόνια διάρκεσε η πρώτη περίοδος της Μυκηναϊκής εποχής, αυτή που ανδρώθηκε κάτω από την επιρροή της μινωικής Κρήτης: Από το 1580 ως το 1500 π.Χ.

Η παράλληλη δράση Μινωιτών και Μυκηναίων κράτησε 75 χρόνια: Ως το 1425 π.Χ. όταν πια η καταστροφή από το ηφαίστειο της Σαντορίνης είχε ολοκληρωθεί.

Από εκεί κι έπειτα, ως τα 1.100 π.Χ., απλώθηκε παντού η χιλιοτραγουδισμένη αχαϊκή κυριαρχία. Είναι οι τρεις περίοδοι της μυκηναϊκής εποχής: Πρώιμη, μέση και νεότερη, που καλύπτουν τις ισάριθμες περιόδους, τις οποίες οι αρχαιολόγοι ονομάζουν Υστεροελλαδικές 1, 2 και 3. Αντιστοιχούν στις περιόδους της Τέχνης, που ακολουθεί μια φυσιολογική πορεία: Στην αρχή, μιμείται τη Μινωική, μετά διακρίνεται μια μίξη Μινωικών και Ελλαδικών στοιχείων, για να επικρατήσει, στην τρίτη φάση, η καθαρά Μυκηναϊκή.

Η τέχνη δεν είναι παρά ο καθρέφτης της κοινωνίας. Κι απηχεί και τα στάδια ως την κυριαρχία:

  • Ως τα 1500 π.Χ., μόνο καράβια των Μινωιτών φαίνεται ότι διέσχιζαν τις θάλασσες, ενώ στις ίδιες τις Μυκήνες μια μικρή ακρόπολη, ατείχιστη, με ένα μικρό περίβολο και με φυσική πρόσβαση σ’ αυτήν, προανάγγελλε το επερχόμενο μεγαλείο.
  • Μετά, υπήρξε το διάστημα της συγκυριαρχίας, για να ακολουθήσει η πλήρης επικράτηση των Μυκηναίων στις θάλασσες.
  • Οι τάφοι που ανακάλυψαν στον πρώτο περίβολο των Μυκηνών ο Σλίμαν το 1876 και στον δεύτερο οι Μυλωνάς - Παπαδημητρίου στα 1951 - 53, καθώς κι όλοι όσοι βρέθηκαν σπαρμένοι ανά τη χώρα, φωτίζουν τα χρόνια εκείνα. Μιλούν κι αποκαλύπτουν τη ζωή, τη δράση και τα έργα των μεγαλόσωμων Αχαιών, που ξεπερνούσαν ακόμα και το 1.80 σε ύψος, αντίθετα με τους βραχύσωμους Μινωίτες, που ήταν μισό μέτρο πιο κοντοί.
  • Τα μεγαλόπρεπα κυκλώπεια τείχη, που καμιά σχέση δεν έχουν με τους προηγούμενους αμφιλεγόμενους περιβόλους, σηματοδοτούν τη μεγάλη ανατροπή. Ανατροπή, που παρουσιάζεται και στην Τροία του ίδιου καιρού. Ως τότε, ακόμα και στις ανοχύρωτες παραλιακές εγκαταστάσεις των Κυκλάδων, οι διπλοί περίβολοι, όπου υπάρχουν, θυμίζουν το Σέσκλο και το Διμήνι. Στη Συρία και στην Τροία των αρκετά παλαιότερων εποχών, για να βρεθεί κάποιος στο ύψος της κορφής των περιβόλων, έπρεπε να περπατά στις ταράτσες των κολλητά σ’ αυτούς χτισμένων σπιτιών. Στην Τίρυνθα και στις Μυκήνες, ο στρατιωτικός σκοπός, που εξυπηρετείται από τα τείχη, τονίζεται με τις ειδικές σήραγγες, που είχαν κατασκευαστεί για να διευκολύνεται η ασφαλής μετακίνηση των φρουρών. Σ’ αυτή την ανατρεπτική διαφορά στηρίζονται κυρίως εκείνοι που επιμένουν πως, πριν από τους φορείς του μυκηναϊκού πολιτισμού, δεν υπήρχαν τείχη στον Ελλαδικό χώρο.
  • Οι ακροπόλεις δεν ήταν τόποι κατοικίας των τοπαρχών αλλά τόποι λατρείας των θεϊκών δυνάμεων. Και οι περίβολοι ακολουθούν την εξελικτική πορεία Σέσκλο - Διμήνι - Λαβύρινθος - ελληνικός ναός.
  • Το σημαντικό είναι πως, στη μινωική Κρήτη, η ιεραρχία στηρίζεται σε ένα θεοκρατικό σύστημα με τον βασιλιά περίπου πρώτο ανάμεσα σε ίσους. Στις Μυκήνες, η ιεραρχία είναι αυστηρά πολιτικοστρατιωτική με τον βασιλιά απόλυτο μονάρχη. Απόλυτο, όχι με τη σημερινή έννοια, αφού οι σπόροι της Δημοκρατίας φυτρώνουν μαζί με τον ερχομό των Ελλήνων, καθώς βλέπουμε στις ομηρικές συνελεύσεις τον βασιλιά να παίρνει τη γνώμη αλλά και κάποτε να υπακούει στα κελεύσματα της πλειοψηφίας.
  • Οι τάφοι μαρτυρούν πως και τα μέλη των βασιλικών οικογενειών είχαν μερίδιο στην εξουσία κι ευθύνες. Μαρτυρούν και κάτι άλλο: Βασίλισσες και πριγκίπισσες θάβονταν έχοντας πλάι τους και μικρά πολύ κομψά σπαθάκια, δείγματα της εξουσίας αλλά και της περίοπτης θέσης, που διατηρούσαν οι γυναίκες στην κοινωνική ζωή. Η άποψη ενισχύεται από τις παραστάσεις σε αγγεία και σε τοιχογραφίες, όπου άνδρες και γυναίκες φέρονται να μετέχουν σε σκηνές κυνηγιού αλλά και σε ταυρομαχίες.
  • Τα άπειρα όπλα, που βρέθηκαν, μαρτυρούν, πόσο η στρατιωτική ζωή, το κυνήγι και η άθληση βρήκαν τη δικαίωσή τους. Ξίφη μακριά ως πάνω από ένα μέτρο, με χρυσοποίκιλτες και στολισμένες με σκαλιστό ελεφαντόδοντο λαβές σε σχήμα μήλου ή μανιταριού. Με παραστάσεις σμιλεμένες στη λαβή και στην πλατιά ράχη της λάμας, με βάρος ασήκωτο για κοινούς θνητούς. Κι άλλα μικρότερα ξίφη και εγχειρίδια για την πάλη σώμα με σώμα. Και δόρατα κι ακόντια κρητικής μορφής και σφενδόνες. Και τόξα και βέλη με αιχμές που θυμίζουν ουρά χελιδονιού. Ο ατομικός οπλισμός συμπληρωνόταν από την περικεφαλαία, την πανοπλία και τις κνημίδες. Χαυλιόδοντες κάπρων ενίσχυαν το δερμάτινο περικάλυμμα, πάνω στο οποίο στηριζόταν η χάλκινη περικεφαλαία με το υπερήφανο λοφίο στην κορφή της. Οι πολύ βαριές για τα σημερινά δεδομένα πανοπλίες αποτελούνταν από σειρές χάλκινα ζωνάρια στερεωμένα πάνω σε δέρμα. Οι κνημίδες ήταν από δέρμα στην αρχή κι έπειτα από χαλκό. Μια ασπίδα πελώρια, στο σχήμα του οχτώ, μισοκυλινδρική σαν πύργος, σκέπαζε ολόκληρο το σώμα. Ένα ελαφρό άρμα, που το έσερναν ένα ή δυο άλογα, οδηγούσε τον πολεμιστή στη μάχη ή στο κυνήγι.
  • Ο αθλητισμός καθόρισε σιγά σιγά και την ανδρική μόδα: Τα μακριά μαλλιά, που ανέμιζαν κι εμπόδιζαν την κίνηση, κόπηκαν κοντά. Το αρρενωπό στιλ υπογραμμίστηκε από την πλούσια γενειάδα και το μουστάκι. Η γυναικεία μόδα ακολουθούσε, στις αρχές, τις επιταγές της Κρήτης. Σιγά σιγά κι όσο η εγχώρια παραγωγή ανέβαζε την ποιότητά της, επικράτησαν ελλαδίτικες τάσεις. Το θαλάσσιο και στεριανό εμπόριο βρίσκονταν κάτω από τον έλεγχο του βασιλιά, αλλά η βιοτεχνία ήταν καθαρά υπόθεση των ιδιωτών: Στέναξε στην αρχή και χτυπήθηκε από τον μινωικό ανταγωνισμό. Μάταια προσπάθησε να τον αντιμετωπίσει με απομιμήσεις. Τα made in Crete γνήσια εισαγόμενα ήταν ασυναγώνιστα.
  • Η μυκηναϊκή βιοτεχνία αναγκάστηκε να ανασυνταχθεί, να αναπροσαρμοστεί και να εκσυγχρονιστεί. Τα νέα προϊόντα, παρ’ όλο που είχαν έντονο κρητικό χαρακτήρα, εκτόπισαν τους εισβολείς από την αγορά, τα εισοδήματα μεγάλωσαν, η ζωή έγινε πιο άνετη.
  • Ψυχαγωγικά παιχνίδια, αθλοπαιδιές, ταυρομαχίες με δίχτυ, χορευτικές επιδείξεις και λουτρά επέτρεπαν στους Μυκηναίους να περνούν ευχάριστα τις ελεύθερες ώρες τους. Τα κέντρα αισθητικής - ινστιτούτα καλλονής θα τα λέγαμε σήμερα - βρήκαν έδαφος να ανθίσουν. Και οι ραψωδοί, θέματα να υμνήσουν.Με τα χρυσά ποτήρια στα χέρια, όμοια με τα αριστουργήματα που βρέθηκαν στο Βαφειό της Λακωνίας, οι Αχαιοί τους άκουγαν να τραγουδούν κατορθώματα θεών και ηρώων. Γεμάτους τέσσερις αιώνες διάρκεσε η Μυκηναϊκή κυριαρχία, που κορυφώθηκε με την εκστρατεία στην Τροία...

ΜΥΚΗΝΑΪΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ


Η εξάπλωση του μυκηναϊκού πολιτισμού κατά τον 14ο και 15ο αιώνα π.Χ.

Κατά την Εποχή του Χαλκού, η Μεσόγειος ήταν μια θάλασσα κοσμοπολιτική όπου κυκλοφορούσαν πλοία, εμπορεύματα και ιδέες. Εκτός από τους μεγάλους πολιτισμούς της «εύφορης ημισελήνου», στον αιγαιακό χώρο αναπτύχθηκαν διαδοχικά τρεις μεγάλοι πολιτισμοί, ο κυκλαδικός, ο μινωικός-κρητικός και ο μυκηναϊκός. Καθένας από τους πολιτισμούς αυτούς είχε τα δικά του χαρακτηριστικά, έθεσε την ξεχωριστή του σφραγίδα στην τέχνη, στους πολιτικούς θεσμούς, στην κοινωνική συγκρότηση. Όμως, υπήρξαν αλληλεπιδράσεις οι οποίες κατέληξαν στη σταδιακή διαμόρφωση του κλασικού ελληνικού πολιτισμού.

Ο πολιτισμός που αναπτύχθηκε στην ηπειρωτική Ελλάδα κατά την ύστερη Εποχή του Χαλκού (1600-1100 π.Χ.) ήταν  ο μέγας Ελληνικός πολιτισμός. Την ονομασία του επινόησαν οι αρχαιολόγοι από το σημαντικότερο κέντρο της εποχής, τις Μυκήνες.

Η ΜΥΚΗΝΑΪΚΗ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Ο ΕΞΩ ΚΟΣΜΟΣ

«Η μυκηναϊκή Ελλάδα, η οποία δημιουργήθηκε κυρίως με ανοίγματα προς το εξωτερικό, δεν ίδρυσε αυτοκρατορία. Άσκησε ισχυρή επιρροή, άμεση ή έμμεση, από τη Σαρδηνία έως τον Ορόντη, από τη Μακεδονία ως τον Νείλο, αλλά δεν άσκησε ποτέ πολιτική ηγεμονία. Αφού άντλησε από την Κρήτη, από την Εγγύς Ανατολή, ακόμη και από την Ευρώπη, τους παράγοντες της βαθιάς πολιτιστικής μεταβολής και αφού τους αφομοίωσε, η ηπειρωτική Ελλάδα παρέμεινε σχετικά ανεπηρέαστη από τις ξένες πολιτιστικές επιδράσεις, ενώ παράλληλα οι οικονομικές επαφές με το εξωτερικό είχαν ζωτική σημασία για την ανάπτυξη και τη λειτουργία των ανακτορικών κέντρων...»  René Treuil, Οι πολιτισμοί του Αιγαίου, (μετ. Όλγας Πολυχρονοπούλου)

Μετά την κυριαρχία τους στην Κρήτης (1450 π.Χ.), οι Μυκηναίοι γίνονται θαλασσοκράτορες. Σε ολόκληρο τον χώρο του Αιγαίου και στα μικρασιατικά παράλια ιδρύουν αποικίες και εμπορικούς σταθμούς. Παράλληλα, για την αναζήτηση πρώτων υλών και αγορών ταξιδεύουν μέχρι την Εγγύς Ανατολή, τη νότια Ιταλία, τη Σικελία, την Ισπανία και φαίνεται να έχουν σποραδικές επαφές με την Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη. Αποικίζουν συστηματικά την Κύπρο και έρχονται σε επαφή με το κράτος των Χετταίων. Τα αρχεία των Χετταίων ονομάζουν τους Μυκηναίους Αχιγιάβα (Αχαιούς) και τονίζουν ότι το βασίλειό τους είναι υπολογίσιμη ναυτική δύναμη. Περίπου το 1200 π.Χ. παρατηρείται μια αιφνίδια κάμψη της μυκηναϊκής ισχύος. Ανάκτορα, ακροπόλεις και οικισμοί καταστρέφονται.

Δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια τους λόγους που προκάλεσαν αυτή την καταστροφή. Αποδίδεταιαπό τους ιστορικούς ερευνητές σε διάφορους λόγους:

  • Είτε στη μετακίνηση νέων ελληνικών φύλων (κάθοδος των Δωριέων),
  • είτε σε εσωτερικές αναταραχές
  • είτε ακόμη, στην πρωτόγνωρη αναστάτωση που επικράτησε εκείνη την περίοδο στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου, με την πτώση του κράτους των Χετταίων και με τις επιθέσεις των λεγόμενων «λαών της θάλασσας» εναντίον της Αιγύπτου.

Η αναστάτωση αυτή είχε ως συνέπειες:

  • την πτώση του μυκηναϊκού εμπορίου
  • και τη σταδιακή παρακμή των Μυκηναϊκών ανακτόρων εξαιτίας της οικονομικής κρίσης.

Μάλλον, όμως, η πτώση της μυκηναϊκής δύναμης οφείλεται σε ένα συνδυασμό και των τριών λόγων. Ο μυκηναϊκός πολιτισμός έχασε την ισχύ του, δεν κατέρρευσε όμως τελειωτικά. Πολλά στοιχεία του θα επιβιώσουν και θα μεταλαμπαδευθούν στην επόμενη φάση του ελληνικού πολιτισμού.

Ο ΜΙΝΩΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΕΠΗΡΕΑΖΕΙ ΤΟΥΣ ΜΥΚΗΝΑΙΟΥΣ

«Μετά τη γοργή ανοδική πορεία περί το 1.550, οι Μυκήνες είναι, πολιτικά και καλλιτεχνικά, ένα κέντρο πλούσιο και με επιρροή και η δύναμή τους θα βαίνει αυξανόμενη, σε αντίστροφη αναλογία με την παρακμή της Κρήτης. Οι σχέσεις με το νησί, εμπορικές στην αρχή, πρέπει κάποια στιγμή να εκτράπηκαν σε λεηλασίες, γιατί οι Μυκηναίοι δελεάστηκαν από τη λάμψη του κρητικού πολιτισμού. Το αποτέλεσμα ήταν μια γενικευμένη αφομοίωση του Μινωικού πολιτισμού από τους Μυκηναίους, ένας «εκμινωισμός», που περιλαμβάνει τόσο πτυχές υλικές και εξωτερικές, με Μινωικά αντικείμενα και διακοσμητικές τεχνικές που δημιουργήθηκαν σε Μυκηναϊκό έδαφος, όσο και οργανωτικές, μεταξύ των οποίων πρέπει να συγκαταλεχθεί η υιοθέτηση της μινωικής γραφής...» Martin S. Ruiperez – José L. Melena, Οι Μυκηναίοι Έλληνες, (μετ. Μελ. Παναγιωτίδου)

Γραμμική γραφή Β

Σύγκριση: Αριστερά: Πινακίδα από την Αγία Τριάδα Κρήτης: Γραμμική Α.
Δεξιά: Πινακίδα από την Πύλο: Γραμμική Β’. Αναφέρεται σε επίταξη χαλκού των ναών.

 

 

ΣΥΜΒΟΛΑ ΓΡΑΜΜΙΚΗΣ ΓΡΑΦΗΣ Β

 

Στην Κνωσό οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν ένα πλήθος από πήλινες επιγραφές γραμμένες σε Γραμμική γραφή Β, οι οποίες χρονολογήθηκαν μετά το 1400 π.χ., περίοδο της υποτιθέμενης κατάληψης της Κρήτης από τους Μυκηναίους. Παρόμοιες επιγραφές βρέθηκαν και στη Μεσσηνιακή Πύλο. Το 1952 οι Βρετανοί Μάικλ Βέντρις και Τζον Τσάντγουικ αποκρυπτογράφησαν τη γραφή των πινακίδων, τη Γραμμική Β. Τότε διαπιστώθηκε ότι η γλώσσα των πινακίδων ήταν ελληνική.

Νεότερες ανασκαφές έφεραν στο φως πινακίδες με τη Γραμμική Β στη Θήβα, στις Μυκήνες, στην Τίρυνθα και στα Χανιά. Η γραφή των πινακίδων είναι συλλαβική, δηλαδή κάθε σύμβολο αποδίδει μια συλλαβή (πα, τα, ρο, μα, τι). Το ίδιο συμβαίνει και με τη Γραμμική γραφή Α της Κρήτης, η οποία ακόμη δεν έχει αποκρυπτογραφηθεί. Πολλοί επιστήμονες υποστηρίζουν ότι η Γραμμική γραφή Β είναι εξελιγμένη και τελειοποιημένη μορφή της Γραμμικής γραφής Α. Η προέλευση της Γραμμικής γραφής Β αποτέλεσε αντικείμενο πολλών συζητήσεων. Διαμορφώνονται δύο αντίθετες απόψεις: είτε η Γραμμική Β γεννήθηκε στην ηπειρωτική Ελλάδα και μεταφέρθηκε στην Κρήτη, είτε προήλθε από τη Γραμμική Α στην Κρήτη και αργότερα πέρασε στην Ελλάδα.

Στα κείμενα των πινακίδων με Γραμμική γραφή Β καταγράφονται διάφορες εμπορικές-οικονομικές δραστηριότητες των ανακτόρων που αφορούν κυρίως τη διακίνηση γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων. Έμμεσα, όμως, τα ίδια αυτά κείμενα μας δίνουν πληροφορίες για τη διοικητική οργάνωση και τη θρησκευτική ζωή του μυκηναϊκού κόσμου. Η γνώση της γραφής στα μυκηναϊκά χρόνια ήταν προνόμιο μιας ομάδας εξειδικευμένων γραφέων που εργάζονταν στα γραφεία των ανακτορικών κέντρων.

Πριν από την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής γραφής Β οι επιστήμονες υποστήριζαν ότι η μυκηναϊκή θρησκεία ταυτιζόταν απόλυτα με τη μινωική. Όμως, μετά την ανάγνωση των πινακίδων της Γραμμικής γραφής Β αποδεικνύεται ότι στο μυκηναϊκό πάνθεον εμφανίζονται όλοι οι μεγάλοι Έλληνες θεοί της 1ης χιλιετίας, με εξαίρεση τον Απόλλωνα. Στις πινακίδες αναφέρονται ο Ζευς, η Ήρα, ο Ποσειδών, η Άρτεμις, ο Άρης και ο Διόνυσος. Σπουδαία θέση κατέχει μία θεά η οποία συνήθως προσφωνείται με την ονομασία «Πότνια (=σεβάσμια)». Η «Κυρία Πότνια» είναι αναμφίβολα η κυρίαρχη μυκηναϊκή θεότητα και σε αυτήν προσφέρονται πρόβατα, αρωματικά έλαια, μαλλί και μέλι.

Θρησκευτική σκηνή από χρυσό δαχτυλίδι της Τίρυνθας.
Αριστερά εικονίζεται πιθανώς η «Πότνια». Τέσσερις δαίμονες της προσφέρουν κρασί.
(Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο)

Οι Μυκηναίοι δεν έχτιζαν μεγάλους ναούς και, όπως και οι Μινωίτες, λάτρευαν τους θεούς τους σε μικρά ιερά. Το ιερατείο, άνδρες και γυναίκες, αποτελούσε ιδιαίτερη κοινωνική τάξη και διαχειριζόταν την περιουσία των ιερών.

 

Κοινωνική, πολιτική και οικονομική οργάνωση του Μυκηναϊκού πολιτισμού:

Την αρχή του μυκηναϊκού πολιτισμού σημαδεύουν οι πλούσιοι βασιλικοί τάφοι που ανέσκαψε στην ακρόπολη των Μυκηνών ο Ερρίκος Σλήμαν. Από την περίοδο των βασιλικών τάφων (1600-1450 π.Χ.) δεν έχουν διατηρηθεί σημαντικά κτίσματα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ανάκτορα.

Τα πρώτα βεβαιωμένα ανακτορικά συγκροτήματα στη μυκηναϊκή Ελλάδα φαίνεται πως κτίζονται σχεδόν ταυτόχρονα γύρω στο 1400 π.Χ., όπως προκύπτει κυρίως από τις ανασκαφές στις Μυκήνες, την Τίρυνθα, την Πύλο και τη Θήβα. Με αυτά εισέρχεται ο μυκηναϊκός πολιτισμός στην ανακτορική του φάση που διήρκεσε δύο αιώνες, δηλαδή έως το 1200 π.Χ., οπότε τα ανάκτορα καταστρέφονται ή παρακμάζουν.

Τα ανάκτορα, χτισμένα συνήθως στην κορυφή οχυρωμένων ακροπόλεων, ήταν τα πολυδύναμα διοικητικά κέντρα των διαφόρων επικρατειών στις οποίες είχε χωριστεί η μυκηναϊκή Ελλάδα. Το κέντρο πάντως φαίνεται ότι ήταν η Πελοπόννησος και ιδιαίτερα η Αργολίδα.

Ο μυκηναϊκός πολιτισμός δέχθηκε ευεργετική ώθηση από τον πολιτισμό της μινωικής Κρήτης. Έχοντας αναπτύξει οι Μυκηναίοι στενούς δεσμούς με τους Μινωίτες ήδη από τον 17ο αιώνα π.Χ., υιοθέτησαν από αυτούς και αφομοίωσαν με γόνιμο τρόπο πολλά στοιχεία του πολιτισμού τους, χωρίς όμως να χάσουν τη δική τους ταυτότητα. Από τους Μινωίτες δανείστηκαν οι Μυκηναίοι ποικίλα τεχνολογικά επιτεύγματα, μορφές τέχνης και την ιδέα της γραφής. Όμως, η δημιουργική πνοή και η πρωτοτυπία των Μυκηναίων γίνεται αισθητή κυρίως στον τομέα της μνημειακής αρχιτεκτονικής, όπως είναι οι κυκλώπειες οχυρώσεις των ακροπόλεων και οι εντυπωσιακοί θολωτοί τάφοι.

Τη στέρεη οικονομική βάση των Μυκηναίων αποτελούσαν η γεωργία και η κτηνοτροφία. Παράλληλα, από πολύ νωρίς, και με ρυθμιστικό παράγοντα τα ανάκτορα, αναπτύχθηκαν διάφοροι βιοτεχνικοί κλάδοι. Η ελεφαντουργία, η λιθοτεχνία, η μεταλλουργία είναι μερικοί από τους τομείς στους οποίους διακρίθηκαν οι Μυκηναίοι.

Ωστόσο, το μεγαλείο και η ακτινοβολία του μυκηναϊκού κόσμου οφείλονται κυρίως στην ανάπτυξη της ναυτιλίας και του εμπορίου. Ιδιαίτερα από τα μέσα του 15ου αιώνα π.Χ., οπότε οι Μυκηναίοι, όπως υποστηρίζεται, κατέλαβαν την Κνωσό, το ελληνικό μυκηναϊκό στοιχείο δεσπόζει βαθμιαία στη θάλασσα και εξαπλώνεται στη Μεσόγειο.

Μια τέτοια θαλάσσια εξάπλωση δε θα έγινε πάντα με ειρηνικό τρόπο. Ο Τρωικός πόλεμος απηχεί υπερπόντιες πολεμικές επιχειρήσεις της εποχής.

Τα στοιχεία που ένωναν τα διάφορα ελληνικά φύλα κατά τη μυκηναϊκή εποχή ήταν πολλά.Σε γενικές γραμμές ήταν ίδια με εκείνα που ένωναν τους Έλληνες των ιστορικών χρόνων.

  • Ως πρώτα και ισχυρότερα θα πρέπει να θεωρήσουμε την κοινή γλώσσα –μαρτυρημένη με τα αρχαιότερα ελληνικά κείμενα σε Γραμμική γραφή Β
  • καθώς επίσης και την κοινή θρησκεία και τις μεταθανάτιες δοξασίες, όπως τις ανιχνεύουμε μέσα από τα έθιμα και τις πρακτικές ταφής.
  • Ένα πρόσθετο συνεκτικό στοιχείο αποτελούσε η ομοιομορφία στην κοινωνικοπολιτική οργάνωση και τους θεσμούς.
  • Ως φυσικό αποτέλεσμα των παραπάνω δεσμών και μέσα από τις συνεχείς συναλλαγές ανάμεσα στα διάφορα μυκηναϊκά κέντρα, δημιουργήθηκε ένας ενιαίος πολιτισμός, ο πολιτισμός της μυκηναϊκής κοινής.

Πυραμιδοειδής ιεράρχηση της μυκηναϊκής κοινωνίας:

  • Αυστηρά ιεραρχημένη η μυκηναϊκή κοινωνία θυμίζει μια πυραμίδα, στην κορυφή της οποίας βρίσκεται ο άναξ. Αυτός, μαζί με την οικογένειά του, κατοικούσε στο ανάκτορο, το κέντρο εξουσίας της κάθε επικράτειας.
  • Ακολουθούσαν στην ιεραρχία οι διάφοροι αυλικοί και το ιερατείο.
  • Οι κάτοικοι της κάθε περιοχής αποτελούσαν τους δήμους. Οι δήμοι ήταν πολυάριθμοι, οργανωμένοι σε χωριά, γύρω από το διοικητικό κέντρο, το ανάκτορο. Εκτός από τους γεωργούς και τους κτηνοτρόφους, οι πινακίδες με κείμενα σε Γραμμική γραφή Β μας παραδίδουν μια ανεξάντλητη σειρά από εξειδικευμένους τεχνίτες.
  • Στην κατώτερη κοινωνική βαθμίδα βρίσκονται οι δούλοι.

 

ΜΥΚΗΝΑΪΚΗ ΤΕΧΝΗ:

Η μυκηναϊκή τέχνη αναπτύχθηκε στην ύστερη εποχή της Χαλκοκρατίας (1600-1100 π.Χ.) στα κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδας (Μυκήνες, Τίρυνθα, Πύλο, Θήβα κ.α.) και μαρτυρεί έντονη μινωική επίδραση.

 


Κάτοψη του μυκηναϊκού μεγάρου πυρήνα των μυκηναϊκών ανακτόρων.
Λιτό, απέριττο, αντικατοπτρίζει τη διαφορετική νοοτροπία του Μυκηναίου σε σχέση με τον Μινωίτη.

ΜΥΚΗΝΑΪΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ

Τα ανακτορικά συγκροτήματα που έχουν αποκαλυφθεί στις Μυκήνες και την Τίρυνθα, στην Αργολίδα και στην Πύλο, ήταν οι κατοικίες των Μυκηναίων ηγεμόνων. Στις Μυκήνες και την Τίρυνθα τα ανάκτορα ήταν προστατευμένα από τα ισχυρά οχυρωματικά τείχη των ακροπόλεων, ενώ το ανάκτορο της Πύλου ήταν ανοχύρωτο σε μια όμως φυσικά οχυρωμένη θέση.  Ανακτορικά συγκροτήματα θα πρέπει να βρίσκονται και σε άλλες θέσεις, όπως στον Ορχομενό της Βοιωτίας, την Ιωλκό και τη Σπάρτη, όπου η παράδοση και τα μέχρι τώρα ευρήματα μαρτυρούν την παρουσία μιας ισχυρής και σημαίνουσας μυκηναϊκής δύναμης.

Οι Μυκηναίοι χτίζουν τα μνημειακά ανάκτορά τους σε υψώματα –ακροπόλεις– τις οποίες οχυρώνουν με γιγαντιαία τείχη. Τα τείχη αυτά είναι γνωστά ως «κυκλώπεια» από τους τεράστιους ογκόλιθους που χρησιμοποιούνταν για το χτίσιμό τους.

«Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα μυστήρια της αρχαιολογίας, στον ελλαδικό χώρο, είναι η κατασκευή των Mυκηναϊκών ανακτόρων της Εποχής του Χαλκού. Συγκεκριμένα, το ερώτημα που προβληματίζει τους αρχαιολόγους είναι το πώς οι εργάτες της εποχής αυτής κατάφεραν να κόψουν αυτούς τους πέτρινους ογκόλιθους.

Απάντηση σε αυτό το μυστήριο φαίνεται να δίνει ο Nicholas Blackwell, αρχαιολόγος στο Πανεπιστήμιο της Ιντιάνα. Ο Blackwell θεωρεί ότι οι κατασκευές αυτές έγιναν με τη χρήση ενός πριονιού-εκκρεμές μεγάλου μεγέθους. Και για να το αποδείξει, κατασκεύασε ένα.

Το πρόβλημα ήταν ότι κανείς σήμερα δεν έχει δει ένα τέτοιο πριόνι της Εποχής του Χαλκού. Ούτε έχουν βρεθεί σε ανασκαφές κάποιος σκελετός ή λεπίδες. Ωστόσο, οι αρχαιολόγοι πριν από 30 χρόνια άρχισαν να υποψιάζονται πως ένας μηχανισμός ικανός να λειτουργήσει κοφτερές μεταλλικές πλάκες, με την καθοδήγηση ανθρώπου, θα πρέπει να είναι αυτό που έχει δημιουργήσει καμπύλες τομές σε μεγάλα λίθινα κομμάτια της εποχής του Μυκηναϊκού Πολιτισμού. Τέτοιες τομές υπάρχουν στην κατασκευή ανακτόρων, σχεδόν 3.300 χρόνια πριν και μέχρι την κατάρρευση του πολιτισμού των Μυκηναίων, μαζί με άλλους πολιτισμούς της Εποχής του Χαλκού.

Σύμφωνα με τον Blackwell μόνο ένα τέτοιο εργαλείο θα μπορούσε να είχε την απαραίτητη ταχύτητα και δύναμη για να κόψει τους βράχους που οι Μυκηναίοι χρησιμοποιούσαν για υποστυλώματα, θύρες και κατώφλια σε ανάκτορα και μεγάλους τάφους.

Ορισμένοι μελετητές συνεχίζουν να θεωρούν ότι πριόνια χειρός θα ήταν περισσότερο πιθανό να υπήρχαν από ό,τι μια λεπίδα ενός πριονιού-εκκρεμές. Αλλά η επιστημονική άποψη άρχισε να μεταβάλλεται, καθώς παρόμοια σημάδια βρέθηκαν και σε λίθινες εργασίες σε διάφορες μυκηναϊκές τοποθεσίες, συμπεριλαμβανομένης της οχυρωμένης πόλης και ακρόπολης των Μυκηνών. Ξεχωριστές αναφορές τη δεκαετία του 1990 από Γερμανούς αρχαιολόγους προέβαλλαν την άποψη για ένα μηχάνημα εκκρεμές το οποίο παρήγε σημάδια στην μυκηναϊκή τοιχοποιία.

Ως προς το μέγεθος αυτού του μηχανισμού, έχουν δοθεί διάφορες εκτιμήσεις. Ένας ερευνητής υπολογίζει να είχε μεταξύ 3 και 8 μέτρα ύψος. Ο Blackwell αμφισβητεί το ύψος των 8 μέτρων. Για να το ελέγξει έκανε τα σχετικά πειράματα, τα οποία περιέγραψε τον Φεβρουάριο στο περιοδικό Antiquity. Κατέληξε ότι ένα μηχάνημα περίπου 2 ½ μέτρα ύψους μπορούσε να δημιουργήσει σημάδια όπως αυτά που έχουν εντοπιστεί. Με τον Blackwell συμφωνεί και ο Joseph Maran, αρχαιολόγος στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης στη Γερμανία.

Θα πρέπει, τέλος, να σημειωθεί ότι, παρά το πείραμα του Blackwell, υπάρχουν αρχαιολόγοι που συνεχίζουν να θεωρούν ότι τέτοιο μηχάνημα δεν υπήρχε

Πηγή: ScienceNews  

(Independent Think Tank for Sciences and Society)

Στα ψηλότερα σημεία των ακροπόλεων ήταν χτισμένα τα ανάκτορα των ηγεμόνων. Τα μυκηναϊκά ανάκτορα συγγενεύουν αρκετά με τα μινωικά, όσον αφορά την αρχική τους σύλληψη. Οι λειτουργικές ανάγκες που έπρεπε να εξυπηρετούν ήταν οι ίδιες, δηλαδή έπρεπε να περικλείουν τα ιδιωτικά διαμερίσματα των ηγεμόνων, καθώς επίσης και εργαστήρια, αποθήκες και τόπους υποδοχής του κοινού. Κοινά στοιχεία με τα μινωικά ανάκτορα παρατηρούνται επίσης στην πολυτελή εσωτερική διακόσμηση, η οποία περιλάμβανε τοιχογραφημένο διάκοσμο και λίθινες επενδύσεις.

Τα Μυκηναϊκά ανάκτορα έχουν πιο απλό σχέδιο από τα μινωικά. Αποτελούνται από έναν προθάλαμο που βλέπει στην αυλή και από το κύριο δωμάτιο που έχει μεγάλη κυκλική εστία στο κέντρο και είναι ο χώρος υποδοχής (τύπος μεγάρου). Γύρω υπάρχουν άλλοι δευτερεύοντες χώροι κατοικίας των ηγεμόνων.

Ο σχεδιασμός τους όμως δε θυμίζει καθόλου την πολυπλοκότητα και την έκταση των μινωικών ανακτόρων. Τα ανάκτορα της ηπειρωτικής Ελλάδας ήταν απλούστερα κτίσματα περιορισμένης έκτασης, δομημένα γύρω από ένα κεντρικό μέγαρο.

Παρά το γεγονός ότι τα Μυκηναϊκά ανάκτορα διαφέρουν αρκετά στο σχεδιασμό τους από τα Μινωικά ανάκτορα, τόσο η έμπνευση όσο και η χρήση των χώρου οφείλονται σε μινωικές επιρροές. Στην οικοδόμηση των μυκηναϊκών ανακτόρων αναγνωρίζονται αρκετά μινωικά στοιχεία. Η ευρεία χρήση της ξυλοδεσιάς και η χρησιμοποίηση ορθογώνιων πωρόλιθων στις προσόψεις θεωρούνται αρχιτεκτονικά στοιχεία που οι Μυκηναίοι πήραν από τους Μινωίτες. Όσον αφορά την οργάνωση του χώρου, μινωικά στοιχεία θεωρούνται η ύπαρξη ενδιάμεσων αυλών και φωταγωγών, τα πρόπυλα, οι μεγάλες αίθουσες συμποσίων, οι αποθήκες με τα πιθάρια, οι εργαστηριακοί χώροι, τα αποχωρητήρια και το αποχετευτικό δίκτυο. Μινωικά στοιχεία συναντώνται ακόμη και σε διακοσμητικές λεπτομέρειες, όπως στα λίθινα κέρατα καθοσιώσεως που διακοσμούσαν περίοπτα σημεία των ακροπόλεων.

Τα Μυκηναϊκά ανάκτορα καταστράφηκαν σχεδόν ταυτόχρονα γύρω στο 1200 π.Χ., στα τέλη δηλαδή της υστεροελλαδικής ΙΙI B περιόδου, από πυρκαγιά. Ίσως η καταστροφή σε μερικά από αυτά να έλαβε χώρα σε δύο διαδοχικές φάσεις, όπως δείχνουν τα ευρήματα από το Καδμείο της Θήβας. Τα αίτια της καταστροφής έχουν γίνει έναυσμα για πολλές και διαφορετικές θεωρίες που είναι όμως πολύ δύσκολο να αποδειχθούν. Για πολλές δεκαετίες η επικρατούσα άποψη υποδείκνυε ότι υπεύθυνη για την καταστροφή των ανακτόρων ήταν η "κάθοδος των Δωριέων", δηλαδή η είσοδος νέων φύλων στον ελλαδικό χώρο που εκτόπισε βίαια τους μυκηναίους ηγεμόνες και έφερε το τέλος της ανακτορικής ακμής. Νεότερα αρχαιολογικά στοιχεία, τα οποία δείχνουν μια ομαλή εξέλιξη των οικισμών και μετά την καταστροφή, τείνουν να ανατρέψουν αυτή την άποψη. 'Ετσι, οι περισσότεροι μελετητές υποστηρίζουν πλέον ότι η κατάρρευση των μυκηναϊκών ανακτόρων ήταν αποτέλεσμα της φυσικής φθοράς της εξουσίας ή το αποτέλεσμα εσωτερικών αναταραχών.

Οι υπήκοοι των μυκηναϊκών βασιλείων κατοικούσαν σε μικρούς οικισμούς που βρίσκονταν στους πρόποδες των ακροπόλεων, στις γύρω περιοχές και στην ύπαιθρο. Για την οικοδόμησή τους επιλέγονταν θέσεις σε ορεινές πλαγιές και χαμηλούς λόφους, κατά προτίμηση κοντά σε εύφορες πεδιάδες και υδάτινες πηγές, ενώ οι παράλιες θέσεις και τα λιμάνια είχαν ιδιαίτερα μεγάλη σημασία για την οικονομία και το εμπόριο. 

Η ακρόπολη των Μυκηνών είναι χτισμένη σ' ένα απρόσιτο βραχώδη λόφο που βρίσκεται ανάμεσα σε χαράδρες. Η συνολική έκταση της ακρόπολης καλύπτει τα 30.000 τμ. Η μυκηναϊκή ακρόπολη οχυρώθηκε γύρω στο 1340 π.Χ. με κυκλώπεια τείχη που ακολουθούσαν τη φυσική περίμετρο του λόφου. Αυτά έχουν πάχος κατά μέσον όρο 5.50μ. και είναι χτισμένα από τεράστιους ογκόλιθους και μικρότερους δόμους. Το αρχικό ύψος του περιβόλου δε σώζεται σε κανένα σημείο, υπολογίζεται όμως ότι θα έφτανε τα 12 περίπου μέτρα.

Η ακρόπολη είχε μια κύρια και μια δευτερεύουσα πύλη. Η κύρια ΒΔ πύλη, που χτίστηκε γύρω στο 1250 π.Χ. και ονομάζεται "Πύλη των λεόντων", είναι ένα επιβλητικό μεγαλιθικό μνημείο. Επάνω από την πύλη, στο ανακουφιστικό τρίγωνο προβάλλει η παράσταση δύο ανάγλυφων αντιμέτωπων λιονταριών που στηρίζουν τα μπροστινά τους πόδια σε ένα αμφίκοιλο βωμό και περιβάλλουν έναν κίονα μινωικού τύπου. Η επιβλητική πύλη της ακρόπολης με τη αποτρόπαια παράσταση των λιονταριών θα ήταν το έμβλημα των μυκηναίων ηγεμόνων και το σύμβολο της ισχύος τους για τους υπηκόους αλλά και για τους επίσημους ξένους επισκέπτες. Μέσα από την πύλη βρισκόταν μια σκεπασμένη αυλή με ένα μικρό θάλαμο που λειτουργούσε ίσως ως φυλάκιο. Στα δεξιά της πύλης βρισκόταν ένα κτήριο εφαπτόμενο στο τείχος, το οποίο χαρακτηρίζεται ως σιταποθήκη λόγω των πιθαριών με απανθρακωμένο σιτάρι που βρέθηκαν εκεί.

Κατά μήκος του νότιου τείχους, στην κάτω ακρόπολη αποκαλύφθηκαν ιδιωτικά κτήρια που φέρουν συμβατικές ονομασίες ανασκαφέων των Μυκηνών ή των σημαντικότερων ευρημάτων που βρέθηκαν σ' αυτά, όπως "οικία Τσούντα", "οικία Wace" και "οικία του κρατήρα των πολεμιστών". Στο κέντρο αυτού του συγκροτήματος βρισκόταν το "θρησκευτικό κέντρο" των Μυκηνών. Στο σημείο αυτό βρέθηκαν πολλά τελετουργικά αντικείμενα, βωμοί και πολυτελή διαμερίσματα, όπου κατοικούσαν ίσως οι αρχιερείς. Μια πλατιά αναβάθρα οδηγούσε από την πύλη των λεόντων στο εσωτερικό της ακρόπολης και το ανάκτορο, το οποίο βρισκόταν στο ψηλότερο σημείο της. Από το ανακτορικό συγκρότημα που ήταν χτισμένο σε διάφορα επίπεδα σώζονται μόνο λίγα δωμάτια, ανάμεσα στα οποία το μέγαρο του άνακτα, ένας ξενώνας και τα ανακτορικά εργαστήρια.

Στο εσωτερικό της ακρόπολης δεν υπήρχαν πηγές, γι΄ αυτό το νερό αντλούνταν από πηγάδια και συγκεντρωνόταν σε μια υπόγεια δεξαμενή. Η κάθοδος στη δεξαμενή γινόταν μέσω ενός διαδρόμου με οξύληκτη οροφή που είχε χτιστεί κάτω από το βόρειο τείχος.

Κοντά στην ακρόπολη των Μυκηνών βρίσκονταν οι βασιλικοί θολωτοί τάφοι και οι "ταφικοί περίβολοι", όπου ήταν θαμμένα τα πρόσωπα της βασιλικής οικογένειας. Ο αρχαιότερος ταφικός περίβολος Β βρίσκεται έξω από την κύρια πύλη. Ο ταφικός περίβολος Α που βρίσκεται στα ΝΑ της πύλης των λεόντων ήταν και εκείνος αρχικά έξω από το οχυρωματικό τείχος, κατά το διάστημα όμως της επέκτασης της οχύρωσης περικλείστηκε μέσα στα τείχη. Τα λιγότερο σημαίνοντα πρόσωπα και οι πολίτες ήταν θαμμένοι σε θαλαμοειδείς τάφους στην ευρύτερη περιοχή.

«Ο τρόπος με τον οποίο κηδεύονται ένας άνδρας, μια γυναίκα, ή ένα παιδί μπορεί να αποκαλύψει πολλά στοιχεία για την κοινωνική τους θέση. Πολλές φορές, μάλιστα, φαίνεται πως η φροντίδα για την ταφή ενός προσώπου αποτελεί θεσμοποιημένη, θρησκευτικά ή κοινωνικά, υποχρέωση των ζωντανών με πράξεις που έχουν ως τελικό αποδέκτη τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνικής ομάδας, υπογραμμίζοντας ή ακόμα και συσκοτίζοντας υπαρκτές κοινωνικές ανισότητες. Το κοινωνικό status, δηλαδή η ύπαρξη κοινωνικής διαστρωμάτωσης, οι μορφές εξουσίας ή η θέση και ο ρόλος των φύλων και των παιδιών σε μια κοινωνία αποκαλύπτονται, πολλές φορές, με αυτόν τον τρόπο για τις κοινωνίες για τις οποίες δεν υπάρχουν γραπτές πηγές.

Στα μυκηναϊκά χρόνια υπήρχαν πολλά είδη τάφων (Γαλανάκης 2006). Οι πρώιμοι (17ος-16ος αι. π.Χ.), κάθετοι λακκοειδείς, συνιστούν την πρώτη και παλαιότερη κατηγορία. Οι αντίστοιχοι των Μυκηνών, οι ταφικοί περίβολοι Α και Β, αποδόθηκαν στην ηγεμονική τάξη που σχετίζεται με την ίδρυση της μυκηναϊκής δυναστείας, παρότι οι τάφοι αυτοί δεν μπορούν να συσχετιστούν, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, με κάποιο συγκεκριμένο ανάκτορο καθώς αυτό που υπάρχει στη μυκηναϊκή ακρόπολη ανήκει σε μεταγενέστερα μυκηναϊκά χρόνια. Τα κτερίσματα που συνόδευαν τους νεκρούς -άντρες, γυναίκες και κάποια βρέφη- των τάφων αυτών παραπέμπουν με τον πλούτο τους, καθώς κυριαρχούν τα πολύτιμα και εξωτικά υλικά όπως ο χρυσός, το ασήμι, το ελεφαντόδοντο, η ορεία κρύσταλλος κ.ά., σε μια ομάδα ανθρώπων με εξέχουσα κοινωνική θέση.

Τα χρυσά νεκρικά προσωπεία προσδίδουν μια αναμφισβήτητη ιδιαιτερότητα στους νεκρούς και δίνουν μια έστω και σχηματική εικόνα του προσώπου τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τα προσωπεία από ήλεκτρο). Το λεγόμενο προσωπείο του Αγαμέμνονα, που βρήκε ανασκάπτοντας τον ταφικό περίβολο Α ο Ε. Σλήμαν, είναι το πιο γνωστό ανάμεσά τους. Πολύ σύντομα, βέβαια, αποδείχθηκε πως δεν επρόκειτο για τη νεκρική μάσκα του μυθικού βασιλιά, αφού και αν ακόμα ήταν ιστορικό πρόσωπο ο ομηρικός ήρωας θα είχε ζήσει 400 με 500 χρόνια αργότερα, αφού οι τάφοι του περιβόλου α χρονολογήθηκαν στα τέλη του 17ου, αρχές του 16ου αι. π.Χ.

Η βασική διαφοροποίηση των γυναικών και των παιδιών σε σχέση με τους ενήλικες άντρες που βρέθηκαν ενταφιασμένοι στους ταφικούς περιβόλους είναι ότι η μεταθανάτια φροντίδα τους δεν περιλαμβάνει τις τιμές που αποδίδονται σε έναν πολεμιστή. Συνοδεύονται, πάντως, από εξίσου σημαντικά κτερίσματα. Οι γυναίκες κτερίζονται με αγγεία, κυρίως, αλλά και με κοσμήματα και άλλα είδη καλλωπισμού. Τα σώματα των παιδιών, εξάλλου, καλύπτονται με χρυσές επενδύσεις. Είναι, όμως, γεγονός ότι δεν υπάρχουν άλλα, πολλά παραδείγματα, παρόμοιων ή και διαφορετικών τάφων, αυτής της περιόδου ώστε να μελετηθούν συγκριτικά τα ευρήματά τους και τα ταφικά έθιμα με τα οποία αυτά συνδέονται για να εξαχθούν, τελικά συμπεράσματα για την κοινωνική θέση των νεκρών, όσο αυτοί ήταν ζωντανοί.

Από τα παραπάνω δεδομένα προκύπτουν δύο διαπιστώσεις όσον αφορά την κοινωνική δομή και οργάνωση της περιόδου, που παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Πρώτον, οι πολλαπλές ταφές που πραγματοποιούνται στους πρώιμους αυτούς κάθετους λακκοειδείς τάφους των Μυκηνών παραπέμπουν στην ύπαρξη κάποιας οικογενειακής ή φυλετικής συγγένειας ανάμεσα στους νεκρούς, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τις νεότερες έρευνες με βάση την ανθρωπολογική μελέτη των σκελετικών ευρημάτων (βλ. Castleden 2005: 66-69). Η εύρεση, επιπλέον, πλούσιων κτερισμάτων, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν αντικείμενα από εξωτικά υλικά ή/και με ποικίλο συμβολικό περιεχόμενο έχουν, προφανώς, τη σημασία τους. Σχετίζονται, πιθανόν, με τον «ηρωικό» χαρακτήρα των νεκρών. Είναι εμφανής η πρόθεση να τονιστεί ή να αυξηθεί το κύρος τους, ενώ αφήνουν ενδείξεις για την ύπαρξη κάποιας μορφής, πιθανής προγονολατρείας ή και «ηρωολατρείας». Έτσι κι αλλιώς, πάντως, οδηγούν στην υπόθεση ότι οι παραπάνω νεκροί αποτελούν μια ομάδα με ξεχωριστή ταυτότητα η οποία υποδηλώνεται σε κάθε περίπτωση, επειδή, προφανώς, θεωρείται, από αυτούς που φροντίζουν για την ταφή τους, ότι τους διαφοροποιεί από τους υπόλοιπους σύγχρονούς τους ανθρώπους.

Στους επόμενους αιώνες της άνθησης του μυκηναϊκού πολιτισμού (14ος και 13ος αι. π.Χ.) κυριαρχούν δύο είδη τάφων: ο θολωτός και ο θαλαμοειδής. Ο κανόνας είναι οι τάφοι αυτοί να υποδέχονται πολλαπλές ταφές. Συναντώνται, όμως και κάποιες ατομικές. Οι νεκροί κατά κανόνα ενταφιάζονται, ενώ το έθιμο της καύσης των σωμάτων, κύρια συνήθεια στα ομηρικά έπη, δεν είναι και πολύ συχνό. Παλαιότερα ήταν πολύ συνηθισμένο να θεωρείται ότι οι θολωτοί τάφοι είναι βασιλικοί και ότι οι θαλαμοειδείς ανήκουν σε μια μεσαία τάξη, η οποία αντιπροσώπευε κάποια μορφή στρατιωτικής αριστοκρατίας. Τα κτερίσματα των τάφων οδήγησαν τους ερευνητές να συνδέσουν τους περισσότερους από αυτούς με «πολεμιστές» ή με άνδρες που θάβονταν ως «πολεμιστές» (Whittle 2002). Και στη μία και στην άλλη περίπτωση, πάντως, φαίνεται πως εκείνη την εποχή η έννοια του «πολεμιστή» συνοδεύεται από πολύ μεγάλο κύρος, καθώς και μεταθανάτια φήμη.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ανάλογων κτερισμάτων προσφέρουν οι 16 θαλαμοειδείς τάφοι από τα Δενδρά στην Αργολίδα. Το νεκροταφείο αυτό συνδεόταν, προφανώς με την ακρόπολη της Μιδέας, την τρίτη σε σημασία οχυρωμένη μυκηναϊκή ακρόπολη στην Αργολίδα της Πελοποννήσου, μετά τις Μυκήνες και την Τίρυνθα. Ένας από τους πιο πλούσια κτερισμένους τάφους στα Δενδρά είναι ο τάφος 12, ο γνωστός και ως «τάφος της πανοπλίας», ο οποίος και χρονολογείται στα πρώιμα μυκηναϊκά χρόνια, γύρω στο 1400 π.Χ. Τα ευρήματά του εκτίθενται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Ναυπλίου. Ξεχωρίζει ανάμεσά τους μια πλήρης μυκηναϊκή πανοπλία (εικ. 5.9). Η πανοπλία αυτή αποτελείται από ξεχωριστά και συνενωμένα μεταξύ τους χάλκινα κομμάτια που δημιουργούν τον θώρακα, το τμήμα που προστατεύει τη μέση, την κοιλιά και τα πλευρά, τις επωμίδες, καθώς και την περιοχή του λαιμού.

Αξιοσημείωτο είναι το κράνος από δόντια κάπρου που ταιριάζει απόλυτα με το κράνος, το οποίο περιγράφει ο Μηριόνης στον Οδυσσέα, στην Ιλιάδα. Το κράνος της Ιλιάδας αποτελεί, προφανώς, ένα πολύτιμο αντικείμενο, στη «βιογραφία» του οποίου περιλαμβάνεται τόσο η αρπαγή του όσο και η κυκλοφορία του ως δώρου, ανάμεσα σε σημαντικά πρόσωπα της εποχής.

Και ο Μηριόνης έδωκε φαρέτραν του Οδυσσέως
τόξον και ξίφος. Κι έπειτα την κεφαλήν με κράνος
δερμάτινο του εσκέπασε, σφικτά στερεωμένο
μέσα σε πάμπολλα λουριά, κι είχε μαλλί στο βάθος,
και χοίρου δόντια σύμπυκνα λευκά το περιδέναν.
Τούτο είχε κλέψ' ο Αυτόλυκος στην Ελεώνα, οπόταν
του Ορμενίδη Αμύντορος ετρύπησε το δώμα.
Στην Σκάνδειαν του Αμφιδάμαντος, κατοίκου των Κυθήρων
το 'στειλε αυτός κι ενθύμημα στον Μόλον της ξενίας
ο Αμφιδάμας το 'δωκε. Και στον υιόν του ο Μόλος
τον Μηριόνην τ' άφησε. Και αυτό το κράνος ήταν
που έζωσε το μέτωπον του θείου Οδυσσέως.
(Ιλιάδα Κ 260-271, μετ. Ιάκωβου Πολυλά)

Η εύρεση μαζί με την πανοπλία χάλκινων σκευών, μια λεκανίδας, μιας πρόχου και μιας κωνικής φιάλης με στόμιο, αλλά και πήλινων αγγείων ολοκληρώνουν την εικόνα των κτερισμάτων που συνόδευαν έναν «πολεμιστή» της μυκηναϊκής εποχής. Τα συνοδευτικά αυτά κτερίσματα υποδηλώνουν, προφανώς, μαζί με τον οπλισμό του, ποιά αντικείμενα συμβόλιζαν την ιδιαίτερη θέση που κατείχε αυτός στη μυκηναϊκή κοινωνία, αλλά και κάποιες συγκεκριμένες ασχολίες με τις οποίες καταγίνονταν οι ομηρικοί πολεμιστές.

Τι συνέβαινε, όμως, με τις γυναίκες; Τα ευρήματα από ένα νεκροταφείο εκτός της ηπειρωτικής Ελλάδας, η οποία θεωρείται και το «κέντρο» του μυκηναϊκού πολιτισμού, είναι διαφωτιστικά για τις γυναίκες της υψηλής κοινωνίας. Στο Φουρνί των Αρχανών, κοντά στην Κνωσό της Κρήτης, ανακαλύφθηκε ένα νεκροταφείο με σημαντική διάρκεια χρήσης που ξεπερνούσε τα 1000 χρόνια, από το 2400 μέχρι το 1200 π.Χ. περίπου. Κατά τον 14ο αι. π.Χ. στο συγκεκριμένο νεκροταφείο παρατηρούνται μυκηναϊκά έθιμα ταφής τα οποία συσχετίζονται προφανώς με την «κατάληψη» της Κρήτης από τους Μυκηναίους, η οποία θεωρείται περίπου δεδομένη για τη γειτονική Κνωσό και σχεδόν σίγουρη για ένα ανάλογο της Κνωσού ανάκτορο που βρέθηκε στις ίδιες τις Αρχάνες (Σακελλαράκης & Σακελλαράκη 2002: 24-65). Ένας μυκηναϊκός ταφικός περίβολος που βρέθηκε στις Αρχάνες και που μοιάζει με τους αντίστοιχους Ταφικούς Περιβόλους Α και Β των Μυκηνών περικλείει αρκετές ταφές σε λάκκους, οι οποίες συνοδεύονται από μυκηναϊκού τύπου κτερίσματα, ενώ πιθανολογείται και η απότιση κάποιου είδους λατρείας προς τους νεκρούς.

Περισσότερες πληροφορίες για τα ταφικά έθιμα σε σχέση με τις γυναίκες της «υψηλής» κοινωνίας προσέφερε ο Θολωτός Τάφος Α των Αρχανών, ο οποίος χρονολογείται στο πρώτο μισό του 14ου αι. π.Χ. και είναι ο καλύτερα διατηρημένος θολωτός τάφος της Κρήτης. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως έχει ένα πλευρικό δωμάτιο, μια ιδιομορφία που συναντάται, επίσης, μόνο σε δύο περιπτώσεις, στη μυκηναϊκή ηπειρωτική Ελλάδα, στους λεγόμενους «Θησαυρό του Ατρέα» στις Μυκήνες και «Θησαυρό του Μινύου» στον Ορχομενό της Βοιωτίας. Στο εν λόγω δωμάτιο υπήρχε μόνο μια ταφή μέσα σε μια πήλινη σαρκοφάγο, σε μια νεκροθήκη δηλαδή, η οποία με βάση τα αντικείμενα που τη συνόδευαν -όπως για παράδειγμα, ανάμεσά τους, ένα μοναδικό σύνολο από δέκα χάλκινα αγγεία διαφόρων τύπων, σφραγιστικά χρυσά δαχτυλίδια και κοσμήματα από διάφορες ύλες- αποδόθηκε από τους ανασκαφείς σε μια βασίλισσα ή πριγκίπισσα η οποία πρέπει να είχε και κάποιο ιερατικό αξίωμα. Στο κυρίως δωμάτιο βρέθηκαν τα οστά ενός διαμελισμένου αλόγου ενώ σε έναν τοίχο που έφραζε το πλευρικό δωμάτιο μια ταυροκεφαλή και τα υπολείμματα μιας ταυροθυσίας, τελετουργίες που σχετίζονταν, προφανώς, με τα ταφικά έθιμα της εποχής.

Τα συμπεράσματα των αρχαιολόγων, ως προς την κοινωνική θέση της νεκρής, είναι ενδιαφέροντα:

Η ταφή της γυναίκας ντυμένης με χρυσοποίκιλτο μακρύ φόρεμα, είναι χωρίς παράλληλο στην Κρήτη. Τα χρυσά και άλλα κοσμήματα της ταφής είναι σχεδόν τόσα όσα είναι συνολικά τα κοσμήματα όλων των σύγχρονων ταφών των θαλαμωτών τάφων της Κνωσού, και βέβαια πλουσιότερα από άλλες αντίστοιχες ταφές των νεκροταφείων της Κνωσού. Οι μοναδικές για εκείνα τα χρόνια -λόγω της σπανιότητας του υλικού- σιδερένιες χάντρες μπορούσαν να αναρτηθούν μόνο από εξέχοντα πρόσωπα. Σε όλο τον κρητομυκηναϊκό κόσμο δεν έχει βρεθεί μέχρι τώρα άλλη ταφή με πέντε συνολικά χρυσά σφραγιστικά δαχτυλίδια… Και μόνο η ταφή μέσα σε θολωτό τάφο, και μάλιστα σε ξεχωριστό πλευρικό δωμάτιο, είναι και πάλι δείγμα μιας σπουδαίας στην κοινωνική ζωή τάξης, που γενικά θεωρείται βασιλική… Είναι ακόμη βέβαιο, λόγω των ευρημάτων, ότι αυτή η γυναίκα είχε και κάποιο ιερατικό αξίωμα. Αυτό φαίνεται… από τις παραστάσεις στα δαχτυλίδια, ένα από τα οποία έχει μια σημαντική λατρευτική σκηνή… Ο χαρακτήρας, όμως, της γυναίκας που ετάφη στο πλευρικό δωμάτιο… ως βασίλισσας-ιέρειας βεβαιώνεται και από τις θυσίες που έγιναν προς τιμήν της και μάλιστα την ταυροθυσία (Σακελλαράκης & Σακελλαράκη 2002: 85).

Στο ίδιο νεκροταφείο της Κρήτης ο Θολωτός Τάφος Δ περιείχε στο κύριο ταφικό του στρώμα το νεκρό σώμα μιας άλλης επιφανούς, προφανώς, γυναίκας (εικ. 5.10), η οποία είχε, επίσης, κτεριστεί πλούσια με πάρα πολλά αντικείμενα. Ο Τάφος Δ είναι μικρότερος και λίγο μεταγενέστερος, του δεύτερου μισού του 14ου αι. π.Χ. (1350-1300 π.Χ.), από τον Θολωτό Τάφο Α. Όλα αυτά που τη συνόδευσαν στον άλλο κόσμο προσδιορίζουν τη θέση μιας γυναίκας των μυκηναϊκών χρόνων από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα.

Σύμφωνα με τα ευρήματα η νεκρή είχε τοποθετηθεί πάνω σε ένα ξύλινο φέρετρο και κρατούσε στο αριστερό της χέρι και περίπου μπροστά στο πρόσωπό της έναν χάλκινο καθρέφτη (Σακελλαράκης & Σακελλαράκη 2002: 134-135). Στο κεφάλι της φορούσε ένα χρυσό διάδημα που αποτελούνταν από 37 ορθογώνιες χάντρες που αναπαριστούσαν θαλάσσια ζώα, και πιο συγκεκριμένα ναυτίλους-αργοναύτες. Στο στήθος της έφερε τρία διαφορετικά περιδέραια. Το ένα από αυτά είχε 50 χάντρες από χρυσό, υαλόμαζα και σάρδιο και τα άλλα δύο λιγότερες χάντρες από φαγεντιανή και κάποιες από υαλόμαζα και ήλεκτρο. Χρυσοί σφηκωτήρες, σύρματα δηλαδή, συγκρατούσαν τους βοστρύχους των μαλλιών της. Το ρούχο της στερεωνόταν στους ώμους με περόνες (βελόνες) από υαλόμαζα, ενώ ένα χρυσοποίκιλτο ύφασμα, το οποίο δεν σώθηκε, θα πρέπει να κάλυπτε -όπως πιθανολογείται από την εύρεση 67 χαντρών που μάλλον ήταν επίρραπτες σε αυτό- το κεφάλι και τους ώμους.

Στο πλούσια διακοσμημένο πήλινο κιβώτιο, μια πυξίδα, όπως λέγεται αυτό το σχήμα αγγείου, με πώμα, το οποίο ήταν ανοιχτό έξω από το φέρετρο, δίπλα στο κεφάλι της νεκρής (εικ. 5.10), βρέθηκαν ένα τριγωνικό χάλκινο μαχαίρι και υπολείμματα της ελεφαντοστέϊνης λαβής του, αλλά, κυρίως, ένα μοναδικό περιδέραιο που αποτελούνταν από χρυσές, ως επί το πλείστον, χάντρες διαφόρων σχημάτων που είχαν κατασκευαστεί και διακοσμηθεί με ποικίλους τρόπους. Η κεντρική χάντρα του περιδεραίου αυτού ήταν από ορεία κρύσταλλο και αναπαριστούσε ένα τυπικό μοτίβο της μυκηναϊκής τέχνης, με πιθανά αξιοσημείωτη συμβολική σημασία, μια οκτώσχημη ασπίδα.

Ο τρόπος που θάβονται ορισμένοι Μυκηναίοι ενήλικες αντικατοπτρίζει, συμπερασματικά, την πιθανή θέση τους στη μυκηναϊκή κοινωνία. Παραλληλίες με τα ομηρικά έπη σίγουρα υπάρχουν. Είναι, όμως, γεγονός πως υπάρχουν και αρκετές διαφορές ανάμεσα στους τύπους των μυκηναϊκών τάφων, αλλά και ανάμεσα στις ταφές που περιέχονται σε αυτούς. Οι ταφές ανάμεσα στους άνδρες πολεμιστές και τις γυναίκες που φέρουν πλούσια κοσμήματα, για παράδειγμα, είναι χαρακτηριστικές διαφορετικής κοινωνικής ταυτότητας σε σχέση με το φύλο. Δεν γνωρίζουμε παρόλα αυτά αν οι διαφορές ανάμεσα στους θολωτούς και τους θαλαμοειδείς τάφους είναι κοινωνικά σημαντικές.

Η σύγχρονη έρευνα,[16] πάντως, αποδίδει τις διαφορές αυτές σε τοπικές και οικογενειακές παραδόσεις, περισσότερο, παρά σε κοινωνικές διαφοροποιήσεις. Πολλοί θαλαμωτοί τάφοι, για παράδειγμα, αλλού είναι εφάμιλλοι από άποψη πλούτου με τους θολωτούς, ενώ αλλού οι θολωτοί «ξεχωρίζουν» σε σχέση με τους θαλαμωτούς. Από την άλλη μεριά όμως επισημαίνεται, επίσης, το γεγονός ότι οι θολωτοί τάφοι είναι πιο εκλεπτυσμένοι και απαιτούν επένδυση εργασίας περισσότερη και πιο συλλογική, κάτι που μπορεί να σημαίνει την ύπαρξη κάποιας δυνατότητας κινητοποίησης ενός πληθυσμού από πλευράς της οικογένειας του νεκρού ή στο πλαίσιο της αρχαίας κοινότητας. Η καταγωγή της μορφής των θολωτών τάφων από την Κρήτη από όπου θεωρείται πως τους υιοθέτησαν οι Μυκηναίοι και το γεγονός ότι αυτοί «εξαφανίστηκαν» μετά τον 12ο αι. π.Χ., όταν και κατέρρευσε το μυκηναϊκό ανακτορικό σύστημα, ενισχύει την άποψη ότι αυτοί ήταν «ιδιαίτεροι» και συνδέονταν, ίσως, με τις ηγετικές μυκηναϊκές ομάδες.

Θάβονταν, λοιπόν, οι Μυκηναίοι «άνακτες» και οι οικογένειές τους στους θολωτούς τάφους; Είχαν κάποια σχέση αυτοί με τους ομηρικούς βασιλιάδες; Η πρώτη περίπτωση είναι πολύ πιθανή, αλλά από πουθενά δε συνάγεται ότι συμβαίνει το δεύτερο. Παρότι στα ομηρικά ταφικά έθιμα συμπεριλαμβάνεται η ανέγερση τύμβου προς τιμήν του νεκρού, φαίνεται πως αυτός δε σκεπάζει κάποιον θολωτό τάφο. Ούτε οι θαλαμοειδείς τάφοι αναφέρονται με σαφήνεια στα ομηρικά έπη. Έτσι είναι πολύ πιθανότερο τα ομηρικά ταφικά έθιμα να αντανακλώνται περισσότερο στα ταφικά αρχαιολογικά δεδομένα των πρώιμων, μετά τον 10ο αι. π.Χ., ιστορικών χρόνων

16 Treuil κ.ά. 1996: 512, Dickinson 2003: 19-20.

© 2012 Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας,

 

 

Ο «Θησαυρός του Ατρέα».Το εντυπωσιακότερο οικοδόμημα μνημειακής αρχιτεκτονικής του μυκηναϊκού κόσμου.
Ένας δρόμος μήκους 35 μέτρων οδηγεί στην κύρια είσοδο η οποία στέφεται από ένα
«ανακουφιστικό» τρίγωνο που καλυπτόταν από λίθινη επένδυση.

Για πρώτη φορά τώρα στον ελλαδικό χώρο στήνονται πάνω στους λακκοειδείς τάφους των Μυκηνών λίθινες πλάκες (επιτύμβιες στήλες) με ανάγλυφες σπείρες ή πολεμικές και κυνηγετικές σκηνές που μαρτυρούν τον πολεμικό χαρακτήρα των νεκρών. Περίφημοι είναι επίσης οι μνημειακοί θολωτοί τάφοι, όπως ο «θησαυρός του Ατρέα» στις Μυκήνες, που θεωρήθηκε ως τάφος του Αγαμέμνονα, ο «τάφος της Κλυταιμνήστρας» και άλλοι. Από ένα μακρύ, πλαισιωμένο με λίθινους τοίχους διάδρομο, φθάνει κανείς στον κυκλικό θάλαμο που είναι χτισμένος με παρόμοιο τρόπο και έχει θολωτή οροφή. Μετά την ταφή, διάδρομος και θάλαμος σκεπάζονται με χώμα, ώστε ο τάφος έμοιαζε εξωτερικά με χαμηλό λόφο. Τέτοιοι τάφοι έχουν βρεθεί σε πολλά μυκηναϊκά κέντρα. 

ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ-ΚΕΡΑΜΙΚΗ-ΑΓΓΕΙΑ-ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ:

Τα Μυκηναϊκά ανάκτορα διακοσμούνται και αυτά με τοιχογραφίες που έχουν δεχτεί μεγάλη επίδραση από τις μινωικές. Παρόμοια επιρροή παρατηρείται και στη μυκηναϊκή κεραμική. Αξιοπρόσεκτος είναι ο εικονιστικός ρυθμός σε μια κατηγορία αγγείων που διακοσμούνται με παραστάσεις ανθρώπων, ζώων, πουλιών, ψαριών και με σκηνές με άρματα.

«Οι τοιχογραφίες μπορεί να προσφέρουν πληροφορίες για τη μορφή της κοινωνίας στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού στο Αιγαίο. Σπαράγματα από τα μυκηναϊκά ανάκτορα και από την Κνωσό, αλλά και οι καλά διατηρημένες τοιχογραφίες από την πόλη του Ακρωτηρίου στη Σαντορίνη συμβάλλουν προς αυτή την κατεύθυνση. Είναι γεγονός, όμως, ότι, επειδή δεν σώζονται κάποιες απευθείας μαρτυρίες για το τι αυτές απεικονίζουν, όλα τα συμπεράσματα προκύπτουν μέσα από τις ερμηνείες της σύγχρονης έρευνας που άλλοτε ακολουθεί πιστά τα εικονιζόμενα στην παράσταση και άλλοτε την ερμηνεύει σε ένα εντελώς συμβολικό επίπεδο.

Οι μυκηναϊκές τοιχογραφίες απεικονίζουν, σύμφωνα, πάντα, με τις ερμηνείες των μελετητών τους πολεμικές και θρησκευτικές σκηνές. Θα μπορούσε, συνεπώς, κάποιος να ισχυριστεί ότι επιβεβαιώνουν τα χαρακτηριστικά μιας κοινωνίας όπως αυτή περιγράφεται και στα ομηρικά έπη. Οι πολεμικές σκηνές περιλαμβάνουν άρματα και πολεμιστές και συναντώνται και σε παραστάσεις πάνω σε αγγεία, ή και σε ταφικές στήλες, όπως, για παράδειγμα, σε ανάλογα ευρήματα από τους ταφικούς περιβόλους των Μυκηνών. Στις θρησκευτικές σκηνές εντοπίζονται γυναικείες μορφές που εκλαμβάνονται ως «θεές», «προσκυνήτριες» ή «ιέρειες», οι οποίες, όμως, μπορεί να προσφέρουν και μια εικόνα για το πώς ήταν ή πώς φαντάζονταν οι Μυκηναίοι τις γυναίκες των ανώτατων κοινωνικών στρωμάτων της εποχής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτών των γυναικών αποτελεί η λεγόμενη «Μυκηναία» από το θρησκευτικό κέντρο της Ακρόπολης των Μυκηνών.

Άνθρωποι της αστικής καθημερινότητας συναντώνται, όμως, στις τοιχογραφίες από την ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου. Στο Ακρωτήρι της Σαντορίνης -παρότι η πόλη είναι παλαιότερη από τον μυκηναϊκό κόσμο και δεν εντάσσεται σε αυτόν, αλλά στην προγενέστερη μινωική παράδοση της Κρήτης, γύρω στα μέσα του 16ου αι. π.Χ.- απεικονίζονται μορφές που παραπέμπουν σε συγκεκριμένες ασχολίες και δράσεις. Μια πόλη, οι κάτοικοί της και ένας στόλος, ένας ψαράς με ιδιαίτερη κόμμωση,δύο αγόρια που πυγμαχούν με την ίδια με τον ψαρά κόμμωση μια «ιέρεια»,δείχνουν ανθρώπους της Εποχής του Χαλκού. Το ίδιο συμβαίνει και με την περίφημη «Παριζιάνα» από την Κνωσό, μια γυναίκα που σε αυτήν αναγνωρίστηκε μια κομψή Μινωίτισσα, ή στον περίφημο «Πρίγκιπα με τα κρίνα» από το ίδιο μινωικό ανάκτορο, μια αρκετά αμφιλεγόμενη για το θέμα της τοιχογραφία, που πιστευόταν ότι παρίστανε κάποιο πριγκιπόπουλο της εποχής.

Είναι προφανές ότι από τις τοιχογραφίες προκύπτει η ύπαρξη μιας διαστρωματωμένης κοινωνίας στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού στο Αιγαίο, τα ανώτερα στρώματα της οποίας ζούσαν μιαν εκλεπτυσμένη ζωή, ενώ ασκούσαν διάφορες δραστηριότητες, κάποιες από τις οποίες ήταν τελετουργικές. Από τον αρχαιολόγο που ανέσκαψε το Ακρωτήρι έχει υποστηριχτεί, για παράδειγμα, η άποψη ότι τα νεαρά πρόσωπα που εικονίζονται στις παραπάνω τοιχογραφίες των κτιρίων της πόλης, τα αγόρια και τα κορίτσια, η «ιέρεια», ο ψαράς και οι πυγμάχοι βρίσκονται ή έχουν ολοκληρώσει το τελετουργικό στάδιο μύησης του εφήβου στην ενήλικη ζωή (βλ. Ντούμας 2009).

Μια ακόμα κατηγορία ευρημάτων της μυκηναϊκής εποχής που υποδηλώνουν την ύπαρξη κάποιας άρχουσας τάξης που ασκούσε έλεγχο στις υπόλοιπες και κατοχύρωνε την ιδιοκτησία της είναι και οι πολυάριθμες, από ποικίλα υλικά σφραγίδες, καθώς και τα σφραγίσματα που διασώζονται επάνω σε διάφορα υλικά. Τα χρυσά σφραγιστικά δαχτυλίδια είναι τα πιο ονομαστά. Οι παραστάσεις της σφραγιστικής τους επιφάνειας δεν είναι απλά έργα μυκηναϊκής τέχνης. Έχουν εμφανείς συμβολικές τάσεις και είναι πολύ πιθανό να παραπέμπουν σε έναν κόσμο φανταστικό, ο οποίος σχετίζεται με μεταφυσικές αντιλήψεις των Μυκηναίων. Η ίδια η ύπαρξη, όμως, αυτών των δαχτυλιδιών παραπέμπει σε ανθρώπους που μπορεί να θέλουν να διατρανώσουν την παρουσία τους και να κατοχυρώσουν την ταυτότητά τους, διαφοροποιώντας έτσι τον εαυτό τους από άλλους ανθρώπους, ίσους ή και κοινωνικά κατώτερους από αυτούς. Το γεγονός αυτό θυμίζει, βέβαια, και τα ομηρικά έπη αφού η «διάκριση», είτε μέσω της αριστείας, είτε μέσω της επίδειξης πλούτου συνιστά βασική επιδίωξη των ομηρικών ηρώων.

Η κεραμική, τέλος, τα πήλινα αγγεία δηλαδή, προσφέρει με τη διακόσμηση της επιπλέον πληροφορίες για την κοινωνική διαστρωμάτωση στα μυκηναϊκά χρόνια. Στα ομηρικά έπη είναι συχνές οι αναφορές σε αγγεία που αποτελούν τα προσωπικά αντικείμενα πόσης ή κατανάλωσης τροφής των γνωστών ομηρικών ηρώων. Παραδείγματα όπως το λεγόμενο «ποτήρι του Νέστορα», αποδεικνύουν ότι, πολλές φορές, η αρχαιολογία επηρεάζεται και ερμηνεύει τα ευρήματά της σύμφωνα με τα ομηρικά δεδομένα. Είναι, όμως, γεγονός ότι κατά τους αιώνες της μυκηναϊκής ακμής (14ο και 13ο αι. π.Χ.) ένας ρυθμός κεραμικής -ο οποίος αναπτύχθηκε στα μυκηναϊκά ανάκτορα και παραδείγματά του βρέθηκαν μέχρι την Κύπρο και, γενικότερα, την ανατολική Μεσόγειο - αποτελεί στην ουσία κεραμική γοήτρου που συνδέεται με την επίδειξη υπεροχής εκ μέρους της μυκηναϊκής ηγετικής τάξης.

Ο ρυθμός αυτός ονομάστηκε, εύλογα, εικονιστικός γιατί απεικονίζει για πρώτη φορά τόσο εντατικά στην κεραμική την ανθρώπινη μορφή. Οπλισμένοι άνδρες, όπως στον «κρατήρα των πολεμιστών», άρματα, σκηνές κυνηγιού, εμπορικές και ναυτικές σκηνές συγκροτούν το εικονογραφικό θεματολόγιο αυτού του ρυθμού και παραπέμπουν προφανώς σε κοινωνικές αρχές που εξαίρουν τη στρατιωτική ανδρεία, τη ναυτοσύνη και την αναγκαία κοινωνικοοικονομικά ενασχόληση με το εμπόριο (Μπουλώτης 1993: 15). Από τον 12ο αι. π.Χ. ο εικονιστικός ρυθμός εκλείπει ολοένα και περισσότερο, καθώς οι κοινωνικές συνθήκες που τον δημιούργησαν εξασθένησαν και τελικά εξαφανίστηκαν».

© 2012 Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας

 

Απαράμιλλης τέχνης είναι τα κοσμήματα από χρυσό, ασήμι ή από άλλα πολύτιμα υλικά. Από παρόμοια υλικά έχουν κατασκευαστεί και άλλα πολυτελή αντικείμενα, όπως σκεύη με ανάγλυφες παραστάσεις κυνηγιού ή ειδυλλιακές σκηνές –χρυσά κύπελλα του τάφου του Βαφειού–, ξίφη και εγχειρίδια στολισμένα με παρόμοιες εικόνες, οι χρυσές προσωπίδες των νεκρών βασιλιάδων που βρέθηκαν στους μυκηναϊκούς τάφους και άλλα. Όλα αυτά τα ανεπανάληπτα έργα τέχνης μαρτυρούν μεγάλο πλούτο, δύναμη και επικοινωνία των Μυκηναίων βασιλιάδων και ευγενών με τις χώρες της Ανατολής και της Αιγύπτου απ’ όπου προμηθεύονταν τα πολύτιμα υλικά.

Τα μυκηναϊκά κοσμήματα κατασκευάζονται από ευγενή μέταλλα (μέχρι τον 14ο αι. π.Χ. τα περισσότερα) και από ημιπολύτιμους λίθους, από υαλόμαζα, αλλά και από εισαγόμενα από την Ανατολή υλικά όπως ο λαζουρίτης λίθος (lapis lazuli), η φαγεντιανή και τα ρυτά. Υπήρχαν ακόμη αγγεία από αυγά στρουθοκαμήλου). Τα κοσμήματα προέρχονται, κυρίως, από τάφους με τους κάθετους λακκοειδείς των ταφικών περιβόλων των Μυκηνών να έχουν δώσει τα περισσότερα δείγματα και σε αυτήν την κατηγορία. Πρόκειται, κυρίως, για χρυσές ταινίες και διαδήματα,περόνες με χρυσές ή από ορεία κρύσταλλο κεφαλές, σκουλαρίκια, δαχτυλίδια και περιβραχιόνια, περιδέραια με χάντρες από διάφορα υλικά (χρυσό, ήλεκτρο, διάφορους λίθους) και σε διάφορα γεωμετρικά, ως επί το πλείστον, σχήματα, αλλά και σε απομιμήσεις φυτών και ζώων ή και τυπικών διακοσμητικών μυκηναϊκών θεμάτων όπως η οκτώσχημη ασπίδα. Η κοκκίδωση, η συρματοτεχνική και η συγκολλητική είναι οι κυριότερες τεχνικές της χρυσοχοΐας.

Για την Τέχνη των Μυκηναίων, υπάρχουν εκθέματα σε όλα τα Μουσεία του κόσμου, όπως:

-στη συλλογή του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης, Νέας Υόρκης,
-σε μέρος της μυκηναϊκής συλλογής του Βρετανικού Μουσείου,
-στη συλλογή του Museum of Fine Arts Boston.


Τοιχογραφία από το ανάκτορο της Πύλου.
Δύο Μυκηναίοι πολεμιστές με άρμα.


Χρυσή προσωπίδα από τους λακκοειδείς τάφους των Μυκηνών (1550-1500 π.Χ.).Παλαιότερα είχε θεωρηθεί ότι ανήκε στον Αγαμέμνονα, βασιλιά των Μυκηνών. Όμως, χρονολογείται πολύ πριν από την εποχή που έγινε ο Τρωικός Πόλεμος.
(Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο)

Τα χρυσά κύπελλα του Βαφειού (15ος αιώνας π.Χ.). Βρέθηκαν στον θολωτό τάφο του Βαφειού, στη Λακωνία. Διακοσμούνταν με ανάγλυφες σκηνές εξημέρωσης ταύρων μέσα σε φυσικό τοπίο και μάλλον είναι έργα τεχνιτών από την Κρήτη.
(Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο)


Μυκηναϊκό αγγείο από την Πρόσιμνη Αργολίδας (μέσα 15ου αιώνα π.Χ). Το χαρακτηριστικό αυτό μυκηναϊκό αγγείο διακοσμείται με χταπόδι και άλλα θαλασσινά μοτίβα.
(Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο)

 

Εγχειρίδιο από τον λακκοειδή τάφο IV των Μυκηνών (περίπου 1550-1500 π.Χ.). Το χάλκινο εγχειρίδιο διακοσμείται με εξαιρετικά ζωντανή παράσταση κυνηγιού λιονταριού
(Εθνικό Αρχ/κο Μουσείο)

«Έχει υπολογιστεί ότι στα μυκηναϊκά χρόνια -και κυρίως ανάμεσα στους 15ο-11ο αι. π.Χ.- υπήρχαν περίπου 80 διαφορετικά σχήματα αγγείων. Τα κυριότερα από αυτά σχετίζονται με τη μεταφορά, κατανάλωση, αποθήκευση και επεξεργασία του λαδιού και του κρασιού, των δύο προϊόντων, δηλαδή, που συνέβαλαν καθοριστικά στην εξέλιξη του πολιτισμού στο Αιγαίο, καθώς δεν είχαν μόνο διατροφική αξία, αλλά αποτελούσαν και τα κυριότερα εμπορεύσιμα αγαθά.

Ανάλογη είναι η περίπτωση του ψευδόστομου αμφορέα, του κατεξοχήν τυπικού σχήματος αγγείου που συναντάται κατά τους 14ο και 13ο αι. π.Χ. στην ανατολική Μεσόγειο και στην Κύπρο και προδίδει μυκηναϊκή παρουσία ή εμπορικές σχέσεις των Μυκηναίων με αυτές τις περιοχές. Ονομάστηκε έτσι γιατί έχει ένα ψεύτικο κατακόρυφο στόμιο στο σημείο όπου συναντώνται οι λαβές, ενώ το πραγματικό στόμιό του είναι λοξό και βρίσκεται δίπλα από το ψεύτικο στον ώμο του αγγείου (εικ. 6.6). Προοριζόταν για τη μεταφορά σε μικρές ή μεγάλες αποστάσεις, μεγάλων η μικρότερων ποσοτήτων λαδιού, απλού ή αρωματισμένου (Μπουλώτης 1993: 15). Η διακόσμησή του, αλλά και το ίδιο το αγγείο πολλές φορές πρέπει να λογίζεται στο πλαίσιο των εμπορικών δραστηριοτήτων της εποχής, και ως έκφραση και επίδειξη, προφανώς, τόσο της ιδεολογίας των ανθρώπων που το έστελναν, των Μυκηναίων, όσο και αυτών που το λάμβαναν.

Τα ίδια τα αγγεία σχετίζονταν, επίσης, καθώς προσφέρονταν και ως δώρα ή χρησιμοποιούνταν σε γιορτές, όπως αναφέρεται και στα ομηρικά έπη, και με την ενίσχυση του γοήτρου και του κύρους των ηγεμονικών τάξεων της Ύστερης Εποχής του Χαλκού. Οι πρόχοι (αγγεία με προχοή ως στόμιο), οι οξυπύθμενοι και οι ψευδόστομοι αμφορείς (αγγεία μεταφοράς και αποθήκευσης υγρών), οι κρατήρες (αγγεία ανάμιξης του οίνου με το νερό ώστε να παραχθεί κρασί), οι κύλικες (αγγεία πόσεως με υψηλό ή χαμηλό πόδι, εικ. 6.7), καθώς και τα μεγάλα και μικρά αποθηκευτικά πιθάρια κυριαρχούν στο μυκηναϊκό σχηματολόγιο. Κάποια από αυτά διατηρήθηκαν ως σχήματα και στους επόμενους μεταμυκηναϊκούς αιώνες, αλλά και στα γεωμετρικά χρόνια. Συνεπώς, οποτεδήποτε και αν τοποθετήσουμε το ιστορικό υπόβαθρο της ομηρικής ποίησης, τα παραπάνω αγγεία ήταν γνωστά στο κοινό των επών και μπορεί έτσι να συσχετιστούν με την ομηρική καθημερινότητα, της οποίας πρέπει να ήταν μέρος.

Στη διάρκεια του 15ου αι. π.Χ. στη μυκηναϊκή κεραμική διακρίνεται ο λεγόμενος ανακτορικός ρυθμός. Είναι προφανές ότι ονομάστηκε έτσι από τη συχνή παρουσία του στα μυκηναϊκά ανάκτορα. Θεωρείται ότι αντλεί από την προηγούμενη μινωική αγγειογραφία καθώς στο σχετικό σχηματολόγιο χαρακτηριστικοί είναι οι αμφορείς και οι πρόχοι που διακοσμούνται με φυσιοκρατικά θέματα. Από τον 14ο αι. π.Χ. εμφανίζεται ο εικονιστικός ρυθμός, ενώ συναντώνται και άλλοι, όπως ο ρυθμός της χλωρίδας ή ο θαλάσσιος ρυθμός, τα διακοσμητικά θέματα των οποίων προσδιορίζουν και το όνομά τους. Ο εικονιστικός ρυθμός φέρει παραστάσεις, όπως, για παράδειγμα, ένας χαρακτηριστικός κρατήρας από την Έγκωμη της Κύπρου (γύρω στο 1400 π.Χ.). που απεικονίζει σχηματοποιημένες μορφές ανθρώπων -τόσο πεζών, όσο και επάνω σε άρματα- καθώς και αλόγων, σε μια σκηνή που είναι πιθανόν να αφορά εμπόριο χαλκού (εικ. 6.8). Στη διακοσμημένη επιφάνεια των αγγείων συναντώνται, λοιπόν, σχηματοποιημένες μορφές ζώων, κυρίως, αλλά και ανθρώπων. Ζώα, πουλιά, ψάρια και άλλα θαλασσινά όντα, αλλά και σκηνές με ανθρώπους διακοσμούν ψευδόστομους αμφορείς και κρατήρες κατά τους 13ο και 12ο αι. π.Χ. Ο περίφημος «κρατήρας των πολεμιστών», αλλά και οι ταφικές λάρνακες («φέρετρα» νεκρών) από την Τανάγρα (εικ. 6.9) αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα μιας ανάλογης μυκηναϊκής ζωγραφικής πάνω σε πηλό. Στην τελική του εξέλιξη, πάντως, ο εικονιστικός ρυθμός περιορίζεται στην απεικόνιση χταποδιών στο σώμα του αγγείου με ψάρια και πουλιά ως συμπληρωματική διακόσμηση στους ώμους και στις λαβές.

Στο τέλος του 12ου αι. και στον 11ο αι. π.Χ. τα ολόβαφα αγγεία του λεγόμενου ρυθμού του Σιτοβολώνα, ο οποίος ονομάστηκε έτσι από την περιοχή της ακρόπολης των Μυκηνών όπου βρέθηκαν τα αντιπροσωπευτικότερα δείγματα, με διακόσμηση από απλές κυματοειδείς γραμμές, καθώς και ο πυκνός ρυθμός με τα αρκετά σχηματοποιημένα και απλουστευμένα πολύπλοκα διακοσμητικά μοτίβα φανερώνουν μια τυποποίηση και μια έλλειψη πρωτοτυπίας και καλλιτεχνικής έμπνευσης, ανάλογη, πιθανόν, με τη συνεχώς αυξανόμενη παρακμή και την τελική διάλυση του μυκηναϊκού κόσμου».

© 2012 Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας

ΠΛΑΣΤΙΚΗ:

Τα πιο γνωστά έργα της αρχαίας ελληνικής πλαστικής, τα μαρμάρινα αγάλματα, δεν υπάρχουν στα Μυκηναϊκά χρόνια. Ως «μνημειακή» γλυπτική μπορεί έτσι να χαρακτηριστούν μόνο οι πρώιμες, του 16ου αι. π.Χ., επιτύμβιες στήλες που χρησιμοποιούνταν ως σήματα στους κάθετους λακκοειδείς τάφους των Ταφικών Κύκλων των Μυκηνών και τα λιγοστά, μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού στην ουσία, και αποσπασματικά αρχιτεκτονικά ανάγλυφα. Το πιο γνωστό ανάμεσά τους, το οποίο έχει αναδειχθεί και σε σύμβολο του μυκηναϊκού πολιτισμού είναι το ανάγλυφο της Πύλης των Λεόντων.Δυο λιοντάρια έχουν σκαλιστεί στην πέτρα, το ένα απέναντι στο άλλο, και πατούν επάνω σε δυο βωμούς που στηρίζουν έναν κίονα. Η παράσταση πρέπει να έχει εραλδικό χαρακτήρα και μπορεί να αποτελεί σύμβολο της μυκηναϊκής εξουσίας. Είναι, όμως, αξιοπερίεργο ότι δεν έχει παράλληλά της στον ελληνικό χώρο, ενώ κάτι ανάλογο μπορεί να θεωρηθεί πως υπάρχει στην πρωτεύουσα των Χετταίων, τη Χαττούσα, που βρίσκεται στη σημερινή κεντρική Τουρκία. Τα μόνα άλλα πιθανά ανάγλυφα που έχουν εντοπιστεί είναι κάποια σπαράγματα από την πρόσοψη και την διακοσμητική επένδυση του θολωτού τάφου των Μυκηνών που είναι γνωστός ως «Θησαυρός του Ατρέα», καθώς και τμήματα της οροφής από το παράπλευρο δωμάτιο του επίσης θολωτού «Θησαυρού του Μινύα» στον Ορχομενό της Βοιωτίας.

Στοιχεία ανάγλυφου συναντώνται, επιπλέον, στις περίφημες λίθινες ταφικές, επιτύμβιες στήλες(16ος αι. π.Χ. ) που βρέθηκαν στους ταφικούς περιβόλους Α και Β των Μυκηνών και θεωρούνται μυκηναϊκής έμπνευσης τεχνουργήματα. Το υλικό τους είναι από μαλακό αμμόλιθο και η μεγαλύτερη από αυτές έχει ύψος 1.80μ. Άλλες είναι απλές εγχάρακτες και άλλες είναι επιπεδόγλυφες, οι παραστάσεις που φέρουν, δηλαδή, εξέχουν ελάχιστα από την πέτρα. Στις παραστάσεις αυτές περιλαμβάνονται γεωμετρικά θέματα, σπείρες κυρίως, αλλά και κάποια σχηματικά εικονιστικά θέματα όπως σκηνές κυνηγιού ή αρματοδρομίες, αλλά και αφηγήσεις όπως η επίθεση λιονταριών σε κοπάδι ζώων. Παρατηρείται, πάντως, μια λογική στην οργάνωση των διακοσμητικών θεμάτων τα οποία τοποθετούνται σε παράλληλες ζώνες, ενώ όπου υπάρχει διακόσμηση καταλαμβάνει ολόκληρη τη στήλη σαν ο τεχνίτης να φοβάται να αφήσει κενά. «Φόβο του κενού», "horror vacui" τον ονομάζουν οι ειδικοί. Οι παραστάσεις τους, των πολεμιστών πάνω σε άρματα που σέρνουν άλογα -στη στάση του λεγόμενου «ιπτάμενου καλπασμού»- και κατατροπώνουν τους εχθρούς τους, θεωρείται πως συμβολίζει τη «δόξα» των θαμμένων στους τάφους μελών της ηγεμονικής τάξης.

Στην κατηγορία της πλαστικής μπορεί να ενταχθούν και αντικείμενα που είναι από άλλους λίθους ή από πηλό ή από μέταλλα. Ένα μικροσκοπικό, πολυτελές σκεύος (κύμβη) σε σχήμα πάπιας, από ορεία κρύσταλλο (ορυκτό κρύσταλλο) από τον ταφικό περίβολο Β των Μυκηνών (16ος αι. π.Χ.) είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα στην πρώτη περίπτωση. Πολυτελή αγγεία, μη χρηστικά, προφανώς, αλλά αντικείμενα κύρους, κατασκευάζονται και από άλλες πέτρες, εγχώριες, και εισαγμένες όπως η αιγυπτιακή ορεία κρύσταλλος με εμφανείς τις μινωικές και κυκλαδικές επιρροές, πιθανόν και τις Ανατολικές, καθώς μπορεί να μιμούνται παρόμοια αγγεία από αυτήν την περιοχή. Χρησιμοποιούνται έτσι αλάβαστρο, ασβεστόλιθος, πορφυρίτης και ο λακωνικός βασάλτης, ο γνωστός επιστημονικά ως Lapis Lacaedemonious.

Κάποια πήλινα ή από κονίαμα περίοπτα κεφάλια που χρονολογούνται στον 13ο αι. π.Χ. προσφέρουν μια εικόνα πλαστικής τέχνης σε άλλα υλικά. Ξεχωρίζει ανάμεσά τους μια γυναικεία κεφαλή από ασβεστοκονίαμα, που βρέθηκε στο λεγόμενο Θρησκευτικό Κέντρο των Μυκηνών (13ος αι. π.Χ.) και ανήκει, πιθανόν, σε θεά ή σφίγγα. Η μορφή φοράει πώλο (κάλυμμα του κεφαλιού), ενώ διαγράφονται οι βόστρυχοι της κόμμωσής της. Στα μάγουλα και στο πηγούνι είναι ζωγραφισμένη με ζωηρό κόκκινο ή μαύρο χρώμα.

Στην κατασκευή ειδωλίων, στην ειδωλοπλαστική, ανήκουν και κάποια πήλινα ειδώλια με ιδιαίτερα, υπερτονισμένα, αλλά εμφανώς σχηματικά, χαρακτηριστικά από τις Μυκήνες, την Ασίνη, την Τίρυνθα και τη Μιδέα της Αργολίδας που συσχετίζονται, συνήθως, με θρησκευτικές τελετουργίες. Η θρησκευτική χρήση τους, παρά την κάποια καλλιτεχνική επιδίωξη, παρότι κρίνουμε την καλλιτεχνική τους αξία με βάση τη σημερινή αντίληψη για το ωραίο αισθητικά, φαίνεται πως καθορίζει και τη μορφή τους. Υπάρχει, παράλληλα, μια ποικιλία μικρότερων μυκηναϊκών ειδωλίων που με βάση το σχήμα τους διακρίνονται σε «τύπου φ», «τύπου ψ», «τύπου τ» και σε κάποια σύνθετα που περιλαμβάνουν περισσότερες μορφές ή παριστάνουν μητέρες με μωρά στην αγκαλιά («κουροτρόφοι»). Τα μυκηναϊκά ειδώλια απεικονίζουν, σίγουρα, όψεις του μυκηναϊκού κόσμου. Η εύρεσή τους σε τάφους και σε χώρους που θεωρούνται «ιεροί» οδήγησε στο να συνδεθούν, κυρίως, με μεταθανάτιες δοξασίες και θρησκευτικές τελετουργίες.

Ειδικού τύπου σκεύη, όπως τα ρυτά, βρέθηκαν στους τάφους που περιέχονταν στους ταφικούς περιβόλους των Μυκηνών. Μια σφυρήλατη χρυσή λεοντοκεφαλή του 16ου αι. π.Χ. ή μια ασημένια ταυροκεφαλή με επιχρυσωμένα κέρατα αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Η χρήση τους σε τελετουργίες, ίσως σχετιζόμενες με τα ταφικά έθιμα πιθανολογείται έντονα.

Ειμαστε απογονοι των Αρχαιων Μινωιτων (σε ΕΛΛΗΝΙΚΑ και ΑΓΓΛΙΚΑ) - ελεγχος DNA

Σύγχρονα (2017) επιστημονικά ευρήματα της Γενετικής (DNA) αποδεικνύουν ότι οι σύγχρονοι Έλληνες είμαστε απόγονοι των Αρχαίων προγόνων μας. Τα ευρήματα αυτά πρωτοδημοσιεύθηκαν το 2017 στο NATURE (εκδιδόμενο από το 1869), ένα εκ των δύο αρχαιοτέρων/εγκυροτέρων διεθνών επιστημονικών περιοδικών (η πρωτότυπη δημοσίευση επισυνάπτεται στο παρόν e-mail). Στην ερευνητική αυτή εργασία συνεργάσθηκαν 28 ερευνητικές ομάδες [1], κατεσπαρμένες σε πολλά Κράτη, υπό την καθοδήγηση του μεγαλύτερου και διασημότερου Έλληνα Γενετιστή, του Γεωργίου Σταματογιαννόπουλου, Καθηγητή στο University of Washington και Κύριο Ερευνητή τον Ιωσήφ Λαζαρίδη, Συνεργάτη-Ερευνητή στην Ιατρική Σχολή του Harvard University.
Η σημασία των ευρημάτων αυτών δεικνύεται και από το γεγονός ότι το SCIENCE (εκδιδόμενο από το 1887,) το δεύτερο εκ των δύο αρχαιοτέρων/εγκυροτέρων διεθνών επιστημονικών περιοδικών, αφιέρωσε την ίδια ημερομηνία εκτεταμένο editorial άρθρο παρουσιάζοντας την ως άνω δημοσίευση του NATURE. Το άρθρο του SCIENCE φέρει τον τίτλο "The Greeks really do have near-mythical origins, ancient DNA reveals" ("Οι Έλληνες βεβαίως έχουν πραγματικά σχεδόν μυθική καταγωγή, ως αποκαλύπτεται από αρχαίο DNA"). Το τελευταίο αυτό άρθρο αυτό ως εύληπτο και κατανοητό από τον μη ειδικό, παρατίθεται στο τέλος αυτού του e-mail.

Περίληψη των προσφάτων Επιστημονικών Ευρημάτων/Συμπερασμάτων ως προς την καταγωγή των συγχρόνων Ελλήνων. Τα ευρήματα/συμπεράσματα της δημοσιεύσεως βασίζονται σε εκατοντάδες δείγματα DNA, τα οποία εξήχθηκαν από σωζόμενα απολιθωμένα οστά Αρχαίων Ελλήνων Μυκηναίων και Μινωιτών από διάφορες περιοχές της Ελλάδος (βλέπε παραπλεύρως χάρτη από την επισυναπτόμενη δημοσίευση) και από δείγματα DNA συγχρόνων Ελλήνων. Σε αυτά τα δείγματα με αυτοματοποιημένη μεθοδολογία βιοχημικής αναλύσεως ταυτοποιήθηκαν τμήματα DNA διεθνώς χρησιμοποιούμενα και γνωστά για την ευαισθησία τους ως προς ταυτοποίηση ατόμων [2]. Η σύγκριση των τμημάτων αυτών του DNA εκ των απολιθωμένων οστών Αρχαίων Ελλήνων Μυκηναίων προς τα αντίστοιχα τμήματα DNA συγχρόνων Ελλήνων αποδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι οι σύγχρονοι Έλληνες είναι απόγονοι των Μυκηναίων, των οποίων το DNA συγγενεύει παραλλήλως με αυτό των Μινωιτών.

Σε προγενέστερη δημοσίευσή, του 2013, επίσης στο επιστημονικό περιοδικό NATURE, ο ως άνω Καθηγητής Γεώργιος Σταματογιαννόπουλος και οι Συνεργάτες του είχαν αποδείξει (με παρόμοια μεθοδολογία βιοχημικής αναλύσεως DNA) ότι οι σύγχρονοι Κρήτες της περιοχής Λασιθίου είναι απόγονοι των Μινωιτών. Η δημοσίευση άρχιζε με την πρόταση "The first ….advanced civilization of Europe was established by the Minoans" ("Ο πρώτος … προχωρημένος πολιτισμός της Ευρώπης δημιουργήθηκε από τους Μινωίτες"). Σχετική συνέντευξή του Καθηγητή Σταματογιαννόπουλου είχε δημοσιοποιηθεί από το BBC. Τα σχετικά με την δημοσίευση αυτή σας τα έχω αποστείλει με e-mail του 2013.

[1] Μεταξύ των Ερευνητικών Ομάδων, που συμμετείχαν στην εν λόγω έρευνα είναι και η ομάδα του διεθνώς γνωστού Εργαστηρίου Αρχαιολογίας του Εθνικού Κέντρου Ερευνών Φυσικών Επιστημών ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ, το οποίο ειδικεύεται στην ραδιοχρονολόγηση αρχαίων ευρημάτων. Του Εργαστηρίου αυτού προΐσταται ο καλός φίλος και Συνάδελφος στον ΔΗΜΟΚΡΙΤΟ Δρ. Ιωάννης Μανιάτης. Το Εργαστήριο αυτό του ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΥ είναι ένα εκ των ολιγαρίθμων πιστοποιημένων από το Συμβούλιο της Ευρώπης Εργαστηρίων Αναφοράς των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως για παρόμοιες έρευνες.

[2] Τα χρησιμοποιηθέντα για την εν λόγω επιστημονική δημοσίευση τμήματα του DNA είναι διεθνώς γνωστά ως SNP (Single Nucleotide Polymorphisms) και τα προκύπτοντα από την αυτοματοποιημένη βιοχημική ανάλυσή τους συμπεράσματα χρησιμοποιούνται επίσης διεθνώς από τις εγκληματολογικές υπηρεσίες για την επακριβή ταυτοποίηση ατόμων.

Στο παρατιθέμενο αμέσως κατωτέρω άρθρο του επιστημονικού περιοδικού SCIENCE, το αναφερόμενο στα ως άνω ευρήματα του Καθηγητού Σταματογιαννόπουλου ως προς την εκ των Μυκηναίων καταγωγή των συγχρόνων Ελλήνων, έχουν υπογραμμιστεί τα δύο πλέον αξιομνημόνευτα σημεία.

The Greeks really do have near-mythical origins, ancient DNA reveals

A Mycenaean woman depicted on a fresco at Mycenae on mainland Greece.

The Greeks really do have near-mythical origins, ancient DNA reveals
Ever since the days of Homer, Greeks have long idealized their Mycenaean “ancestors” in epic poems and classic tragedies that glorify the exploits of Odysseus, King Agamemnon, and other heroes who went in and out of favor with the Greek gods. Although these Mycenaeans were fictitious, scholars have debated whether today’s Greeks descend from the actual Mycenaeans, who created a famous civilization that dominated mainland Greece and the Aegean Sea from about 1600 B.C.E. to 1200 B.C.E., or whether the ancient Mycenaeans simply vanished from the region.

Now, ancient DNA suggests that living Greeks are indeed the descendants of Mycenaeans, with only a small proportion of DNA from later migrations to Greece. And the Mycenaeans themselves were closely related to the earlier Minoans, the study reveals, another great civilization that flourished on the island of Crete from 2600 B.C.E. to 1400 B.C.E. (named for the mythical King Minos).

The Lion Gate was the main entrance to the Bronze Age citadel of Mycenae, the center of the Mycenaean civilization.

The ancient DNA comes from the teeth of 19 people, including 10 Minoans from Crete dating to 2900 B.C.E. to 1700 BCE, four Mycenaeans from the archaeological site at Mycenae and other cemeteries on the Greek mainland dating from 1700 B.C.E. to 1200 B.C.E., and five people from other early farming or Bronze Age (5400 B.C.E. to 1340 B.C.E.) cultures in Greece and Turkey. By comparing 1.2 million letters of genetic code across these genomes to those of 334 other ancient people from around the world and 30 modern Greeks, the researchers were able to plot how the individuals were related to each other.

The ancient Mycenaeans and Minoans were most closely related to each other, and they both got three-quarters of their DNA from early farmers who lived in Greece and southwestern Anatolia, which is now part of Turkey, the team reports today in Nature. Both cultures additionally inherited DNA from people from the eastern Caucasus, near modern-day Iran, suggesting an early migration of people from the east after the early farmers settled there but before Mycenaeans split from Minoans.

The Mycenaeans did have an important difference: They had some DNA—4% to 16%—from northern ancestors who came from Eastern Europe or Siberia. This suggests that a second wave of people from the Eurasian steppe came to mainland Greece by way of Eastern Europe or Armenia, but didn’t reach Crete, says Iosif Lazaridis, a population geneticist at Harvard University who co-led the study.

This dancing Minoan woman from a fresco at Knossos, Crete (1600–1450 B.C.E.), resembles the Mycenaean women

Not surprisingly, the Minoans and Mycenaeans looked alike, both carrying genes for brown hair and brown eyes. Artists in both cultures painted dark-haired, dark-eyed people on frescoes and pottery who resemble each other, although the two cultures spoke and wrote different languages. The Mycenaeans were more militaristic, with art replete with spears and images of war, whereas Minoan art showed few signs of warfare, Lazaridis says. Because the Minoans script used hieroglyphics, some archaeologists thought they were partly Egyptian (Arthur Evans), which turns out to be false.

When the researchers compared the DNA of modern Greeks to that of ancient Mycenaeans, they found a lot of genetic overlap. Modern Greeks share similar proportions of DNA from the same ancestral sources as Mycenaeans, although they have inherited a little less DNA from ancient Anatolian farmers and a bit more DNA from later migrations to Greece. "The continuity between the Mycenaeans and living people is particularly striking given that the Aegean has been a crossroads of civilizations for thousands of years,” says co-author George Stamatoyannopoulos of the University of Washington in Seattle. This suggests that the major components of the Greeks’ ancestry were already in place in the Bronze Age, after the migration of the earliest farmers from Anatolia set the template for the genetic makeup of Greeks and, in fact, most Europeans. “The spread of farming populations was the decisive moment when the major elements of the Greek population were already provided,” says archaeologist Colin Renfrew [1] of the University of Cambridge in the United Kingdom, who was not involved in the work.

The results also show it is possible to get ancient DNA from the hot, dry landscape of the eastern Mediterranean, Renfrew says. He and others now have hope for getting DNA from groups such as the mysterious Hittites who came to ancient Anatolia sometime before 2000 B.C.E. and who may have been the source of Caucasian ancestry in Mycenaeans and early Indo-European languages in the region. Archaeologist Kristian Kristiansen of the University of Gothenburg in Sweden, who was not involved in the work, agrees. “The results have now opened up the next chapter in the genetic history of western Eurasia—that of the Bronze Age Mediterranean.”

[1] Πρόκειται περί του διάσημου σύγχρονου Αρχαιολόγου Sir Andrew Colin Renfrew, Καθηγητή στο University of Cambridge, ο οποίος ηπήρξε ο πρώτος υποστηρίξας διεθνώς ότι ο Μινωικός Πολιτισμός ήταν γιγενής πολιτισμός και όχι κλάδος του Αιγυπτιακού Πολιτισμού ως επιμόνως υπεστήριζε ο γνωστος από τις ανασκαφές στην Κνωσσό συμπατριώτης του Sir Arthour Evans.