Back to top

Κωρύκειο Άντρο

Κωρύκειο άντρο

Το Κωρύκειο άντρο του Παρνασσού: Το σπήλαιο του Πανός ή Κωρύκειο Άντρο, σε υψόμετρο 1360μ. στη ΝΔ πλευρά του Παρνασσού, μέσα σε ένα πανέμορφο δάσος από έλατα και υπέροχη θέα, ήταν αφιερωμένο στον θεό Πάνα και τις Κωρύκειες Νύμφες. Έχει αποκτήσει παγκόσμια φήμη, όχι μόνο για την φυσική ομορφιά του, αλλά και για τη μαγεία που προκαλεί ο αρχαίος μύθος, κατά τον οποίο, σύμφωνα με τον Αισχύλο το σπήλαιο αποτελούσε χώρο επίσκεψης θεϊκών πνευμάτων.

Ο Pierre Amandry εξερεύνησε το σπήλαιο το 1970, φέρνοντας στο φως ευρήματα από την Νεολιθική εποχή και στοιχεία που αποδεικνύουν ότι ο χώρος ήταν τόπος λατρείας αρχαίων θεών.

Ο επισκέπτης μετά από μια υπέροχη διαδρομή θα βρεθεί στο σπήλαιο για να θαυμάσει τα φυσικά γλυπτά που έχουν σχηματιστεί  από τους σταλακτίτες και τους σταλαγμίτες.

Το Κωρύκειον Άντρον είναι λατρευτικό σπήλαιο αφιερωμένο στις Νύμφες και τον Πάνα. Βρίσκεται σε υψόμετρο περίπου 1400 μ. στα δυτικά της ψηλότερης κορυφής του Παρνασσού, σε θέση που εποπτεύει το οροπέδιο Λιβάδια, περίπου 10 χλμ. οδικώς από την Αράχωβα και 20 χλμ. από τους Δελφούς. Αποτελείται από δύο αίθουσες: η πρώτη διασώζει παχιά στρώματα αρχαίας χρήσης, ενώ στο πίσω τμήμα του το σπήλαιο στενεύει απότομα από φαρδιές και ψηλές σταλαγμιτικές κολώνες. Το σπήλαιο επισκέφτηκαν ξένοι περιηγητές. Από νομίσματα βυζαντινά, βενετικά, οθωμανικά, της εποχής του Όθωνα και κοσμήματα του 19ου αιώνα συνάγεται ότι υπήρξε τόπος περιστασιακής επίσκεψης στους νεότερους χρόνους. Κατά την Επανάσταση του 1821 η είσοδός του φράχθηκε με ξερολιθιά από τους κατοίκους της Αράχωβας, ενώ το 1943 κατέφυγαν σε αυτό οι κάτοικοι των Δελφών.

Το Κωρύκειον Άντρον ανασκάφηκε από τη Γαλλική Σχολή Αθηνών (1969-71) και έφερε στο φως ευρήματα από τους ιστορικούς χρόνους, τη Μυκηναϊκή και τη Νεολιθική περίοδο. Οι νεολιθικοί χρήστες του σπηλαίου (6η και 5η χιλιετία π.Χ.) φέρνουν ειδώλια, σκούρα στιλπνά αγγεία ή διακοσμημένα με μαύρα σχέδια ή σχοινοειδείς ταινίες. Χρησιμοποιούν εργαλεία πελεκημένα σε πυριτόλιθο και οψιανό και ασκούν υφαντικές εργασίες. Στην Μυκηναϊκή περίοδο (δεύτερο μισό 2ης χιλιετίας π.Χ.) χρονολογούνται κύλικες και ειδώλιο που φαίνεται ότι συνδέονται με την αρχή της ιερής χρήσης του σπηλαίου.

Η κύρια λατρευτική περίοδος αρχίζει από τη Γεωμετρική (7ος αιώνας π.Χ.) και ακμάζει από τον 6ο έως τον 3ο αιώνα π.Χ. Όταν το επισκέφτηκε ο περιηγητής Παυσανίας (2ος αιώνας μ.Χ.) το ιερό πλέον δεν λειτουργούσε. Τα αφιερώματα περιλαμβάνουν χιλιάδες αγγεία (παναθηναϊκούς αμφορείς, ληκύθους, σκύφους και μικύλλα αντίγραφά τους), κυρίως κορινθιακής και αττικής προέλευσης, ενώ απαντούν και αργειακά, ιωνικά, θεσσαλικά, φωκικά και λακωνικά αγγεία. Σε μεγάλο ποσοστό είναι ενεπίγραφα. Πολλά σκεύη είναι από φαγεντιανή, αλάβαστρο και γυαλί. Τα ειδώλια είναι τα πολυπληθέστερα αφιερώματα: απεικονίζουν γυναικείες μορφές και ζώα και προέρχονται από ποικίλα γεωγραφικά μέρη. Άλλα ευρήματα περιλαμβάνουν κοσμήματα και εξαρτήματα (χτένες, περόνες, καρφίτσες, λαβίδες), δαχτυλίδια, νομίσματα, ζάρια, γλυπτά, καθώς και 15 χιλιάδες αστραγάλους, κάποιους διάτρητους, ενεπίγραφους ή με χρώμα. Ιδιαίτερο εύρημα συνιστά ένας μελανόμορφος κεραμικός αττικός πίνακας του 530/520 π.Χ., που παριστάνει σκηνή χορού Σατύρων και Νυμφών.

Το Κωρύκειον Άντρον ήταν αφιερωμένο στις Κωρυκειάδες Νύμφες, που θεωρούνται ότι συνόδευαν τον Απόλλωνα, και από τον 4ο αιώνα π.Χ. και στον θεό Πάνα. Λειτούργησε παράλληλα με το Ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς ως ιερό της υπαίθρου για την λατρεία της φύσης, επικλήσεις πανσπερμίας και προσωπικές αφιερώσεις. Το σπήλαιο δεν αποτελεί οργανωμένο αρχαιολογικό χώρο. Μέρος των ευρημάτων του εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών.