Back to top

Η τέχνη της Υστεροβυζαντινής περιόδου

Η τέχνη της Υστεροβυζαντινής περιόδου

Η Ύστερη Βυζαντινή τέχνη οριοθετείται από την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους και εκτείνεται χρονικά ως την άλωση της. Την περίοδο αυτή, το Βυζάντιο παύει να αποτελεί το ισχυρό πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο της μεσοβυζαντινή εποχή.

H Δυναστεία των Παλαιολόγων που ξεκινά το 1259, αποτελεί ίσως την τελευταία άνθηση της Βυζαντινής τέχνης, κυρίως διότι κατά αυτή την περίοδο εντείνεται η αλληλεπίδραση μεταξύ Βυζαντινών και Ιταλών καλλιτεχνών.

Αρχιτεκτονική (1204-1430):

Η ταραγμένη ιστορία της Υστεροβυζαντινής περιόδου αντικατοπτρίζεται και στην Αρχιτεκτονική. Η Φραγκική κατάκτηση μεγάλου μέρους της περιοχής της Μακεδονίας και της Θεσσαλονίκης (1204-1224) δεν επηρέασε τους αρχιτεκτονικούς τύπους, όπως συνέβη στη νοτιότερη Ελλάδα, είχε όμως ορισμένες επιδράσεις στις οχυρώσεις (π.χ. κάστρο Πλαταμώνα). Αντίθετα, η υπαγωγή της περιοχής στο Δεσποτάτο της Ηπείρου επηρέασε την αρχιτεκτονική της Δυτικής και Βόρειας Μακεδονίας.

Οι αρχιτεκτονικοί τύποι δεν διαφοροποιούνται αισθητά από τα παραδείγματα των προγενέστερων εποχών. Κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η μεγαλύτερη ποικιλομορφία, η οποία εκδηλώνεται με τη δημιουργία συνδυαστικών τύπων. Τα είδη ναών που απαντούν κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο είναι η βασιλική, ο σταυροειδής εγγεγραμμένος τύπος με τρούλο, ο οκταγωνικός, ο μικτός τύπος και ο σταυρεπίστεγος. Επιπλέον, σε ορισμένα μνημεία, αναγνωρίζονται μορφολογικές επιδράσεις της γοτθικής αρχιτεκτονικής που οφείλονται κυρίως στην επιρροή των Φράγκων, με χαρακτηριστικότερο στοιχείο τις οξυκόρυγες αψίδες.

Η Θεσσαλονίκη ως προς τους τύπους και τη θολοδομία διατήρησε στενές σχέσεις με την Κωνσταντινούπολη, αλλά διαφοροποιήθηκε στους τρόπους δόμησης. Η Θεσσαλονίκη επέδρασε στη ναοδομία της ενδοχώρας, κάνοντας γνωστούς τους κωνσταντινουπολίτικους τύπους. Καθοριστικός επίσης ήταν ο ρόλος της στη διαμόρφωση της σερβικής αρχιτεκτονικής του 14ου αι.

Εκτός από τον αρχιτεκτονικό τύπο, κοινά γνωρίσματα όλων των ναών της εποχής 9ου-12ου αιώνα είναι οι σχετικά μικρές διαστάσεις, φαινόμενο που δεν είχε σχέση με τον περιορισμό των οικονομικών μέσων ή τάση για ψηλά κτίρια, όπως η Παναγία των Χαλκέων στη Θεσσαλονίκη και άλλες. Η πολυτέλεια της κατασκευής που συμβαδίζει με μια εκλεπτυσμένη αίσθηση των υλικών προσδίδει στους περιορισμένους σχετικά εσωτερικούς χώρους την όψη πολύτιμων κομψοτεχνημάτων, καθώς τα πολύχρωμα μάρμαρα καλύπτουν το πάτωμα και ντύνουν τους τοίχους και στολίζουν τις καμάρες και τους θόλους λαμπρά ψηφιδωτά και τα παράθυρα ζωγραφιστά υαλοστάσια. Το τέμπλο έχει ψιλοδουλεμένα γλυπτά και στολίζεται με εικόνες από σμάλτο επάνω σε χρυσάφι.

Οι Άγιοι Θεόδωροι, στον Μυστρά (1296)

Η κατάκτηση της Κωνσταντινουπόλεως από τους σταυροφόρους της 4ης Σταυροφορίας (1204), αποτελεί αποφασιστική τομή στην πορεία προς την κατάρρευση. Τα Ελληνικά κρατίδια που δημιουργούνται στην περιφέρεια με πρωτεύουσες την Θεσσαλονίκη, Άρτα, Νίκαια, Τραπεζούντα και Μυστρά, θα ανταγωνιστούν τα Φραγκικά κρατίδια που δημιουργούνται στις ελληνικές χώρες και τελικά ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, της αυτοκρατορίας της Νίκαιας, θα ανακτήσει την Κωνσταντινούπολη (1261) και η Πόλη θα ξαναγίνει το διοικητικό και το πνευματικό κέντρο με τον ηγετικό ρόλο.

Η ανάκτηση της Κωνσταντινουπόλεως θα φέρει μια γενική πνευματική άνθιση και μια τάση επιστροφής και αναβίωσης παλαιοτέρων μορφών που εκδηλώνεται στην αρχιτεκτονική με την επάνοδο σε τύπους ξεχασμένους. Ο οκταγωνικός τύπος αναβιώνει στους Αγίους Θεοδώρους στον Μυστρά και στην Αγία Σοφία στην Μονεμβασία. Ο περίδρομος του σταυροειδούς με τρούλο επανέρχεται πιο χαμηλός και τον βρίσκουμε στην Πόλη, στις εκκλησίες της Θεσσαλονίκης όπως Αγίους Αποόπως Αγίους Αποστόλους, Αγία Αικατερίνη και αλλού. Και κάπως σπάνιος ο τύπος του Βροντοχίου, της Μητροπόλεως και της Παντάνασσας στον Μυστρά και του παρεκκλησίου της Καταπολιανής, όπου η βασιλική του ισογείου συνδυασμένη με σταυροειδή με τρούλο στον όροφο, θυμίζει την Αγία Ειρήνη Κωνσταντινουπόλεως του 8ου αιώνα.

Η Παντάνασσα (1428)

Η αδυναμία της εποχής για νέα έργα είναι η συνήθεια να προσθέτουν. Στην Πρωτεύουσα κτίζονται παρεκκλήσια για την ταφή βασιλικών ή αρχοντικών οικογενειών (Παμμακάριστος).

Το καθολικό της Μονής Παμμακαρίστου (σήμερα Φετιχιέ τζαμί)

Επίσης μεγαλοπρεπείς νάρθηκες και εξωνάρθηκες στην Πόρτα Παναγία Θεσσαλίας και αλλού. Άσχετα με τους τύπους, την εξωτερική μορφή των αρχιτεκτονημάτων της εποχής χαρακτηρίζει μια εκζήτηση αντιθέσεων, ποικιλία στις σχέσεις επιπέδων στις προσόψεις και στις στέγες, μια γενική τάση προς τις αναλογίες και κομψότερη σιλουέτα, καθώς και προς τη χρωματική ποικιλία στη διακόσμηση των προσόψεων. Η Πρωτεύουσα πάντα υπερέχει στο μέτρο και στην κομψότητα. Εσωτερικά οι πολυτελέστεροι τρόποι διακόσμησης με ορθομαρμαρώσεις και ψηφιδωτά γίνονται σπανιότεροι και μετά τις πρώτες δεκαετίες του 14ου αιώνα σταματούν. Παντού κυριαρχεί η ευτελέστερη τοιχογραφία. Οι εσωτερικοί χώροι περιορίζονται στις διαστάσεις και έχουν την τάση να είναι διασπασμένοι και άνισα φωτισμένοι, δημιουργούν μια ατμόσφαιρα θερμής οικειότητας κατάλληλης για θρησκευτική περισυλλογή και ατομική προσευχή.σε παλαιές εκκλησίες νέα κτίσματα.

(ΠΗΓΗ: E.H. Gombrich, 1998, «Το χρονικό της Τέχνης», Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης)

Γλυπτική. Κεραμεική. Μικροτεχνία (1204-1430):

Όπως και σε άλλους τομείς της τέχνης, η Θεσσαλονίκη αποτελεί το κέντρο αναφοράς και για τα έργα Γλυπτικής, Κεραμεικής και Μικροτεχνίας της Υστεροβυζαντινής περιόδου. Στη Θεσσαλονίκη τοποθετείται το κέντρο παραγωγής ομάδας γλυπτών που έχουν βρεθεί στη Μακεδονία και τη Θεσσαλία, καθώς και το εργαστήριο χρυσοκεντητικής, από το οποίο προέρχονται χειροτεχνήματα μοναδικής ποιότητας.

Τα κεραμεικά προϊόντα της πόλης έφταναν ως τη Μαύρη Θάλασσα και τη Βενετία, μέσω του εμπορίου των ναυτικών πόλεων της βόρειας Ιταλίας. Το νομισματοκοπείο της Θεσσαλονίκης γνωρίζει νέα άνθηση, με πρωτόφαντα θέματα στα νομίσματα, που θα επηρεάσουν τη νομισματοκοπία γειτονικών ηγεμόνων.

Ζωγραφική (1204-1430):

Στη Ζωγραφική αυτής περιόδου, εμφανίζονται πιο έντονα φυσιοκρατικά στοιχεία, ενώ αρκετοί καλλιτέχνες επιδιώκουν σταδιακά μία περισσότερο υποκειμενική απόδοση των παραδοσιακών θεμάτων που αναπτύσσουν, με αποτέλεσμα να τονίζονται οι εκφράσεις των προσώπων ή οι κινήσεις των μορφών που απεικονίζονται. Κατά την Υστεροβυζαντινή περίοδο η τέχνη της φορητής εικόνας φτάνει στη μεγαλύτερή της ακμή, με πολλές εικόνες να σώζονται μέχρι σήμερα.

Η Ζωγραφική τέχνη στο Βυζάντιο εκφράστηκε με τις μικρογραφίες (πάνω σε ιερά και όχι μόνο βιβλία), με τα ψηφιδωτά, τις τοιχογραφίες, τις φορητές εικόνες και τα ψηφιδωτά δάπεδα. Μετά την Εικονομαχία καθιερώνεται για την αγιογράφηση των ναών ένα πρόγραμμα-κανόνας που εφαρμόζεται σε όλους τους ναούς του βυζαντινού κόσμου, όχι όμως πάντα με την ίδια ακρίβεια. Κάθε μέρος του ναού έχει συμβολική σημασία γι΄ αυτό θα έχει και ειδική εικονογράφηση.

Ο τρούλος συμβολίζει τον ουρανό με τον Παντοκράτορα περιστοιχισμένο από αγγέλους ή προφήτες. Στην αψίδα του ιερού η Θεοτόκος ανάμεσα στους αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ, άλλοτε ορθή Δεομένη, άλλοτε καθιστή Βρεφοκρατούσα. Πιο κάτω, στην αψίδα, εικονίζεται η Κοινωνία των Αποστόλων. Στα λοφία του τρούλου οι Ευαγγελιστές και γύρω στους τοίχους του ναού και του νάρθηκα οι Δεσποτικές Εορτές. Στα άλλα μέρη του ναού οι άγιοι: μάρτυρες, διάκονοι, επίσκοποι, πολεμικοί άγιοι. Παραδείγματα αυτού του εικονογραφικού προγράμματος διατηρούνται στον Όσιο Λουκά στη Φωκίδα, στη Νέα Μονή της Χίου και στην εκκλησία του Δαφνίου στην Αττική.

Η Ζωγραφική της υστεροβυζαντινής εποχής παρουσιάζει στη Μακεδονία μια από τις γονιμότερες περιόδους της. Η Θεσσαλονίκη, αφού απελευθερώθηκε γρήγορα από το λατινικό ζυγό (1204-1224), ανέλαβε ηγετικό ρόλο στο καλλιτεχνικό γίγνεσθαι αντικαθιστώντας ως ένα βαθμό την Κωνσταντινούπολη.

Η Ζωγραφική που αναπτύσσεται στη Μακεδονία έχει τις απαρχές της στο νέο ζωγραφικό ύφος που προέρχεται από την Κωνσταντινούπολη. Θα παρουσιάσει όμως ιδιαίτερα γνωρίσματα, που θα της προσδώσουν το χαρακτήρα "σχολής", και θα επηρεάσει άμεσα τη σερβική ζωγραφική. Ζωγράφοι από τη Θεσσαλονίκη θα εργαστούν για λογαριασμό Σέρβων ηγεμόνων.

Η μεγάλη ακμή της ζωγραφικής διαρκεί λίγες μόνο δεκαετίες από το γύρισμα του 13ου αι. Μετά το 1330 περίπου και ως την άλωση της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους το 1430 δεν δημιουργούνται πρωτότυπα έργα.

Τοιχογραφίες (1204-1430):

Στις τοιχογραφίες της Αχειροποιήτου (α’ ή β’ τέταρτο 13ου αι.) παρουσιάζονται τα σημάδια του νέου ζωγραφικού ύφους, που με τα χαρακτηριστικά της "μακεδονικής" ζωγραφικής θα κορυφωθεί στις τοιχογραφίες του Πρωτάτου (1290), έργο του μυθικού ζωγράφου Μανουήλ Πανσέληνου, και στο διάκοσμο της Περιβλέπτου στην Αχρίδα (1295). Κατόπιν σε σειρά μνημείων στη Θεσσαλονίκη, το Άγιον Όρος, τη Βέροια και τη Σερβία η ζωγραφική αυτή εκφράζεται χωρίς τις υπερβολές της προηγούμενης περιόδου.

Μετά το 1330 οι ζωγράφοι ενδιαφέρονται κυρίως για τον εμπλουτισμό του εικονογραφικού προγράμματος. Στη βορειοδυτική Μακεδονία (π.χ. Καστοριά, Αχρίδα) δραστηριοποιούνται τοπικά εργαστήρια που έχουν την τάση να ανατρέχουν σε παλαιότερα πρότυπα. Οι τοιχογραφίες του Προφήτη Ηλία στη Θεσσαλονίκη (1360-1380), από τις τελευταίες αναλαμπές της παλαιολόγειας ζωγραφικής, θα επηρεάσουν τη ζωγραφική της λεγόμενης "σχολής του Μόραβα" στη Σερβία.

Εντοίχια ψηφιδωτά (1204-1430):

Τα ψηφιδωτά στους Αγίους Αποστόλους Θεσσαλονίκης (1310-1314), μαζί με αυτά της Μονής της Χώρας και της Παμμακαρίστου στην Κωνσταντινούπολη, αποτελούν τα τελευταία δείγματα του είδους στο Βυζάντιο και κορυφαίες εκδηλώσεις της τέχνης της περιόδου.

Ενδεικτικό του κόστους κατασκευής τους είναι ότι μετά την καθαίρεση, το 1314, του κτίτορα του ναού Νίφωνα από τον πατριαρχικό θρόνο ο ψηφιδωτός διάκοσμος δεν ολοκληρώθηκε, αλλά συμπληρώθηκε με τοιχογραφίες.

Η Ζωγραφική στους Αγίους Αποστόλους και στο παρεκκλήσι του Αγίου Ευθυμίου στον Άγιο Δημήτριο (1303) τεκμηριώνει τις στενές επαφές της Θεσσαλονίκης με την πρωτεύουσα, αφού και οι κτίτορες των τοιχογραφιών του Αγίου Ευθυμίου, ο Μιχαήλ Δούκας Γλαβάς Ταρχανειώτης και η σύζυγός του, ήταν πρόσωπα της βυζαντινής αγιογραφίας.

Εικόνες (1204-1430):

Η χριστιανική τέχνη γενικά από την πρώτη κιόλας φάση της, την παλαιοχριστιανική, παρουσιάζεται λιτή, συμβολική, εσωτερική. Κι αυτό είναι απόλυτα κατανοητό, γιατί η νέα θρησκεία προετοιμάζει τον άνθρωπο για την πραγματική, αιώνια ζωή που είναι πνευματική, άυλη και υπερκόσμια. Μερικά από τα πιο γνωστά σύμβολα που πρώτο χρησιμοποιήθηκαν και που επέζησαν για αιώνες είναι ο ιχθύς, το μονόγραμμα Χ Ρ, η άγκυρα, το πλοίο, η άμπελος, ο καλός ποιμήν κτλ. ‘Οσο κι αν η νέα θρησκεία είναι διαμετρικά αντίθετη προς την κρατούσα ειδωλολατρική κι όσο κι αν η χριστιανική τέχνη θέλει να εκφράσει μια κοσμοθεωρία με καινούρια εικαστική γλώσσα, αυτό δε θα το πετύχει ολοκληρωτικά κι απόλυτα, σχεδόν ποτέ, πολύ δε περισσότερο στους πρώτους αιώνες. Οι τύποι της αρχαιότητας θα κάνουν πάντα την εμφάνισή τους, ανεπαίσθητα ή αισθητά και θα σμίγουν με τους νέους τύπους.

[‘Ετσι οι τοιχογραφίες, τα ψηφιδωτά και οι ανάγλυφες σαρκοφάγοι του 3ου και 4ου αιώνα, ιδίως στη Δύση (Ρώμη), αποκαλύπτουν ακριβώς μια παλαιοχριστιανική τέχνη όχι απλώς επηρεασμένη αλλά βασισμένη σε παγανιστικά πρότυπα. Ο Χριστός για παράδειγμα στα πρώτα αυτά έργα παριστάνεται νεαρός και αγένειος σαν αρχαίος έφηβος. Σ’ ένα μάλιστα ψηφιδωτό, αρχές 4ου αι., στο υπόγειο του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη, ο Χριστός παριστάνεται σαν ήλιος σε άρμα που σέρνουν άλογα, μια ακόμα έκδοση του Απόλλωνα, ενώ παραστάσεις του «Καλού Ποιμένα» Θυμίζουν το «Μοσχοφόρο» της αρχαϊκής τέχνης· άλλες παραστάσεις του Δαβίδ με το λιοντάρι έλκουν μια μακρινή καταγωγή από τη Μεσοποταμία μέσω της αρχαίας Ελλάδας. Ακόμα και οι απεικονίσεις αγίων Θυμίζουν αρχαίους φιλοσόφους.]

Οι εικονογραφίες ωστόσο της Υστεροβυζαντινής εποχής ακολουθούν τα πρότυπα της Μεσοβυζαντινή εποχής, ενώ παράλληλα εμπλουτίζονται προοδευτικά με θέματα από την παιδική ηλικία και τα πάθη του Χριστού ή το βίο της Παναγίας. Συνηθίζεται επίσης η χρήση παραστάσεων της Παλαιάς Διαθήκης που θεωρούνται ότι προεικονίζουν την Καινή Διαθήκη.

Στις Μικρογραφίες των χειρογράφων αποτυπώνονται οι αισθητικές αντιλήψεις που επικρατούν στα έργα της μνημειακής ζωγραφικής. Το μοναδικό γνωστό χειρόγραφο με προέλευση τη Θεσσαλονίκη είναι αυτό της Βοδλειανής Βιβλιοθήκης της Οξφόρδης (Ms. Gr. th. f.1) που έγινε για λογαριασμό του Δημητρίου Παλαιολόγου, γιου του αυτοκράτορα Ανδρονίκου Β΄. Είναι το πρώτο βιβλίο τσέπης και έχει μόνον εικόνες, χωρίς καθόλου κείμενο. Τον 13ο και κυρίως μετά τα μέσα του 14ου αι. επιβεβαιώνεται η δραστηριότητα βιβλιογραφικών εργαστηρίων στο Άγιον Όρος, εκ των οποίων ένα έχει επίκεντρο τη μονή Χελανδαρίου.

«Η βυζαντινή τέχνη είναι μια καθαρά θρησκευτική τέχνη και διακρίνεται για τον εσωτερισμό, το συμβολισμό, την υπερβατικότητα αλλά και τη συμβατική χρήση των μέσων έκφρασης. Ο συμβατισμός αυτός στηρίζεται σε δυο βασικά γνωρίσματα , 1ο, την αποδοχή τρόπων έκφρασης από την αρχαιότητα που δίνει έμφαση στην φυσική παρουσία της φιγούρας σαν μέσου έκφρασης και διατύπωσης μηνυμάτών και 2ο, κάτω από ανατολίτικες επιδράσεις, τη μεταμόρφωση των αρχαίων τύπων για χάρη μιας συμβολικής και υπερβατικής αποτίμησης της φιγούρας».

(ΠΗΓΗ: http://www.istoriatexnis.1sweethost.com/byzantini.htm)